My Twitter Feed

11 Απριλίου, 2021

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

ΚΚΕ: Το ίδιο βιολί η κυβέρνηση -

Κυριακή, 11 Απριλίου, 2021

Θλιβερή η θέση του νομού μας! -

Κυριακή, 11 Απριλίου, 2021

Θετικά σημάδια από εμβολιασμούς -

Σάββατο, 10 Απριλίου, 2021

Φραγγίδης: Τα είπε με στρατιωτικούς -

Σάββατο, 10 Απριλίου, 2021

ΔΣ Κιλκίς στις 13 Απριλίου -

Σάββατο, 10 Απριλίου, 2021

Εκπ/ση: Πάει καλά ο εμβολιασμός -

Σάββατο, 10 Απριλίου, 2021

Μεγάλη συνάντηση για τ`αδέσποτα -

Παρασκευή, 9 Απριλίου, 2021

Προτάσεις για στήριξη των αγροτών -

Παρασκευή, 9 Απριλίου, 2021

Ποιος φοβάται την…Β. Γουλφ;

Του Γιάννη Μυλόπουλου.


Όποιος νικά και καταγράφει επιτυχίες δεν έχει λόγο να αισθάνεται καμία ανασφάλεια. Έχει την αυτοπεποίθηση που του προσφέρουν τα αδιαμφισβήτητα ίχνη των επιτυχιών του στο πραγματικό πεδίο.

Κι ακόμη, όποια κυβέρνηση έχει αποδεδειγμένα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, με το μέρος της την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος και είναι κυρίαρχη απέναντι στους πολιτικούς της αντιπάλους, δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται την αντιπολίτευση. Και δεν έχει κανένα λόγο να ασχολείται διαρκώς μαζί της, κατηγορώντας την συνεχώς και ρίχνοντας σε αυτήν τις ευθύνες για όλα όσα συμβαίνουν σήμερα, κοντά δύο χρόνια μετά την απομάκρυνσή της από την κυβέρνηση.

Δύο παρατηρήσεις που ενώ γενικά είναι αποδεκτές, τελευταία δεν δείχνουν να συμφωνούν με την πραγματικότητα όσων συμβαίνουν.

Κατ’ αρχή ζούμε σε μια εποχή όπου η κυβέρνηση, ελέγχοντας απόλυτα τα ΜΜΕ, μεταφέρει συστηματικά μέσω αυτών στους πολίτες ένα αφήγημα νίκης και μεγάλων επιτυχιών.

Στο κρίσιμο πεδίο της υγειονομικής κρίσης μάλιστα, η κυβέρνηση εμφανίζει τον εαυτό της να έχει θωρακίσει αποτελεσματικά το Εθνικό Σύστημα Υγείας με στελέχη και εξοπλισμό και παρουσιάζεται να αντιμετωπίζει την πανδημία με απόλυτη επιτυχία.

Οι διασωληνωμένοι βέβαια, που πεθαίνουν εκτός ΜΕΘ επειδή δεν βρίσκουν κρεβάτι διαθέσιμο, είναι κατά κυβερνητική παραδοχή το 20% όσων χάνουν τη μάχη με τον κορονοϊό. Το ποσοστό όμως αυτό, κατά την κυβέρνηση, είναι πάρα πολύ μικρό και επιβεβαιώνει την ικανοποιητική ανταπόκριση του ΕΣΥ στην πίεση του τρίτου και φονικότερου κύματος της υγειονομικής κρίσης.

Άλλωστε είναι γνωστό από τη δήλωση του υπουργού Γεραπετρίτη που έχει γίνει επιστημονικό viral ότι αν η κυβέρνηση εξόπλιζε και στελέχωνε περισσότερες ΜΕΘ, αυτό θα προκαλούσε περισσότερους θανάτους. Το ίδιο άλλωστε, με άλλα όμως λόγια, επισήμανε και ο πρώην κυβερνητικός εκπρόσωπος Πέτσας, που με τη δήλωσή του ότι η επένδυση στο ΕΣΥ θα ήταν πεταμένα λεφτά, κατέγραψε άλλη μια μεγάλη κυβερνητική επιτυχία στον αγώνα με την πανδημία.

Υπάρχουν βέβαια και τα φίλια πυρά του φιλοκυβερνητικού περιφερειάρχη και πρώην προέδρου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών Γιώργου Πατούλη, ο οποίος με την ιδιότητα του γιατρού υπενθυμίζει στην κυβέρνηση ότι η Γερμανία, με 8πλάσιο πληθυσμό σε σχέση με την Ελλάδα, έχει 20 φορές περισσότερες κλίνες σε ΜΕΘ, με αποτέλεσμα ο συντελεστής θνητότητας εκεί να είναι μόλις 0,18%.

Αλλά όπως φαίνεται ο Γεραπετρίτης και ο Πέτσας ξέρουν καλύτερα και από τον Πατούλη, αλλά και από τους Γερμανούς. Η κατάρρευση της εκλογικής επιρροής άλλωστε της Μέρκελ και η άνοδος του κόμματος των Πρασίνων στη Γερμανία συνιστά άλλη μια θριαμβευτική επιβεβαίωση ότι οι περισσότερες ΜΕΘ και το καλύτερα οργανωμένο ΕΣΥ δεν εξασφαλίζουν την κυβερνητική μακροημέρευση.

Για να αποδείξει του λόγου της το αληθές η κυβέρνηση και να καταδείξει την υπεροχή της χώρας μας σε σχέση με τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες, συγκρίνει τις επιδόσεις μας σήμερα, ένα χρόνο μετά την πανδημία, με εκείνες του Μπέργκαμο της Ιταλίας πέρσι την άνοιξη. Τότε που η Κεντρική και Δυτική Ευρώπη είχαν πληγεί με σφοδρότητα, χωρίς να έχουν ακόμη προλάβει να οργανωθούν απέναντι στην υγειονομική κρίση. Για να εξάγει από μόνη της το συμπέρασμα της απόλυτης υπεροχής της σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες.

Οι επίσημες στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης βέβαια την διαψεύδουν, καθώς δείχνουν την Ελλάδα να έχει κατρακυλήσει 20 θέσεις στις σχετικές λίστες αξιολόγησης των επιδόσεων των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, φέρνοντάς μας στις 4 τελευταίες θέσεις. Αλλά αυτό δεν μπορεί να απασχολεί καθόλου την κυβέρνηση γιατί δεν το είπαν σε κανένα κανάλι κι έτσι δεν το γνωρίζουν παρά ελάχιστοι.

Η κυβέρνηση ακόμη, αξιοποιώντας την επικοινωνιακή υπεροχή της, εμφανίζει την πανδημία να βρίσκεται στο τέλος της, υποσχόμενη ότι τα καλύτερα βρίσκονται μπροστά μας.

Κι αυτά παρά το γεγονός ότι βρισκόμαστε στην αιχμή του τρίτου κύματος της πανδημίας, με χιλιάδες νέα κρούσματα καθημερινά, με εκατόμβες θανάτων, με το ΕΣΥ να έχει υπερβεί τα όριά του και με εκατοντάδες διασωληνωμένων να πεθαίνουν εκτός ΜΕΘ, διαψεύδοντας το κυβερνητικό αφήγημα της μεγάλης επιτυχίας.

Αλλά και πάλι, αυτά δεν πρέπει να απασχολούν την κυβέρνηση, καθώς ελάχιστοι Έλληνες γνωρίζουν την αλήθεια. Φροντίζει γι’ αυτό η κρατική τηλεόραση άλλωστε, η οποία προτιμά τελευταία, ως πρώτες ειδήσεις, να παρουσιάζει τις επιτυχίες της ελληνικής κυβέρνησης και προσωπικά του ίδιου του πρωθυπουργού στο στοίχημα με τη νέα «Πράσινη Συμφωνία» στην Ευρώπη.

Η οποία δεν είναι βέβαιο πόσο «πράσινη» μπορεί να είναι, όταν στην Ελλάδα, μετά από νόμο που ψήφισε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ξεπουλιούνται σε ιδιώτες και καταστρέφονται οικολογικά συστήματα και βιότοποι που μέχρι χτες προστατεύονταν από Ευρωπαϊκές συνθήκες.

Αλλά και πάλι, σημασία έχει τι ξέρουν οι πολίτες και όχι τι συμβαίνει στ’ αλήθεια.

Μετά από τόσες πασιφανείς και μεγαλειώδεις κυβερνητικές επιτυχίες, είναι πραγματικά απορίας άξιο από που ορμάται η τόση ανασφάλεια που αισθάνονται στην κυβέρνηση, η οποία τους αναγκάζει να επιτίθενται διαρκώς στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα, αποδίδοντας σε αυτούς όσα συμβαίνουν σήμερα, που δεν κυβερνά πια ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ΝΔ.

Αυτή τους η ανασφάλεια και ο διαρκής φόβος του ΣΥΡΙΖΑ δεν δικαιολογούνται άλλωστε ούτε από τις δημοσκοπήσεις, στις οποίες φαίνεται καθαρά η υπεροχή της ΝΔ έναντι του ΣΥΡΙΖΑ με περισσότερες από 10 μονάδες.

Κάποιες σκέψεις ίσως προκαλεί η τελευταία δημοσκόπηση της Pulse, σύμφωνα με την οποία η ψαλίδα φαίνεται να κλείνει, με τη ΝΔ να έχει υποχωρήσει κατά 1 μονάδα και τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει κερδίσει άλλες 2, σε σχέση με την προηγούμενη δημοσκόπηση, μειώνοντας έτσι τη διαφορά από τις 14 στις 11 μονάδες.

Κι ακόμη, μεγαλύτερη ίσως ανησυχία να προκαλούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της δημοσκόπησης, σύμφωνα με τα οποία όσοι αξιολογούν με βεβαιότητα θετικά την κυβερνητική πολιτική είναι 22%, έναντι εκείνων που την αξιολογούν με βεβαιότητα αρνητικά, που είναι 32%. Αλλά και πάλι, το σύνολο όσων την αξιολογούν θετικά, με βεβαιότητα ή όχι, προκύπτει ίσο με το σύνολο εκείνων που την αξιολογούν αρνητικά, με τα δύο ποσοστά να δείχνουν ισορροπία στο 47%.

Από που λοιπόν προκύπτει η τόση ανασφάλεια της κυβέρνησης και ο τόσος φόβος απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ; Μιας κυβέρνησης που, αξίζει να θυμηθούμε, κέρδισε τις εκλογές το 2019 στηριγμένη όχι τόσο στην υπεροχή του δικού της πολιτικού προγράμματος ή του δικού της πολιτικού προσωπικού, όσο σε ένα αντι – ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο που πολύ προσεκτικά είχε οικοδομηθεί επικοινωνιακά τα τελευταία χρόνια.

Το οποίο αντι – ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο φαίνεται σήμερα, όσο απομακρυνόμαστε από τις εκλογές και όσο αποκαλύπτεται το πραγματικό πρόσωπο της κυβέρνησης Μητσοτάκη, να αποδομείται.

Μήπως λοιπόν στην κυβέρνηση ανησυχούν και αισθάνονται ανασφάλεια απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ δικαιολογημένα;

Μήπως τα επικοινωνιακά πυρομαχικά της κυβέρνησης εξαντλούνται, μπροστά στην αποκάλυψη της αλήθειας για την πολιτική της;

Μήπως, όπως στο θεατρικό έργο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», μια σειρά από ένοχα μυστικά δικαιολογούν αυτό που όλοι βλέπουν να εξελίσσεται μπροστά τους, αλλά δεν μπορούν να εξηγήσουν;

Μήπως με δυο λόγια ξέρουν κάτι και δεν μας το λένε;

Άρθρο στο TVXS

Σχολιάστε