My Twitter Feed

4 Ιουλίου, 2022

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Ζητούνται άμεσα αποζημιώσεις -

Δευτέρα, 4 Ιουλίου, 2022

ΣΥΡΙΖΑ: Τι θα κάνουμε για αγροτικά -

Δευτέρα, 4 Ιουλίου, 2022

35 νέα κρούσματα κάθε μέρα -

Δευτέρα, 4 Ιουλίου, 2022

Κλιμάκιο στις πληγείσες περιοχές -

Δευτέρα, 4 Ιουλίου, 2022

Τι λένε για τις καταστροφές -

Δευτέρα, 4 Ιουλίου, 2022

Aλλαγές συμβάσεων στην ALUMIL -

Σάββατο, 2 Ιουλίου, 2022

“Κίνδυνος για τη δημόσια υγεία” -

Παρασκευή, 1 Ιουλίου, 2022

ΚΚΕ: Μέτρα για τις καταστροφές -

Παρασκευή, 1 Ιουλίου, 2022

Η κατάσταση των πραγμάτων

…και η πολιτική επιταγή των καιρών.

Του Όμηρου Ταχμαζίδη (Συγγραφέας – ΜΑ Φιλοσοφίας – Ιστορίας) 

Διαπιστώσεις: Εμβιώνουμε συνθήκες ηθικού και εθνικού διασυρμού. Η χώρα καταβαραθρώνεται οικονομικώς, κοινωνικώς, πολιτικώς, ηθικώς. Καθημερινώς ολισθαίνουμε: από την μεγαλαυχία στο ψεύδος, από το ψεύδος στη φρεναπάτη, από την φρεναπάτη στο έγκλημα. Ο εθνικισμός δείχνει το αιμοβόρο πρόσωπό του. Το κακό απέκτησε σάρκα και οστά – και φωνή. Προ παντός φωνή. Και όσοι στις ημέρες μας ερωτοτροπούν με το κάλεσμα του κακού θα πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν απαλλάσσονται των όποιων ευθυνών τους επικαλούμενοι τη διαφθορά και τις ευθύνες του πολιτικού κατεστημένου για το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα.

Κοντολογίς: όποιος νομιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο τη φωνή του κακού ανοίγει το δρόμο προς την απανθρωπία και την κτηνωδία.

Το ιστορικό προηγούμενο: Ο Άγγλος φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσσελ (Bertrand Russel) στο βιβλίο του Education and Social Order, το οποίο πρωτοεκδόθηκε το 1932 (κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση χρόνια αργότερα, το 1976, από τον εκδοτικό οίκο Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος με τον τίτλο Εκπαίδευση και κοινωνική τάξη) αναφέρει: «…ο εθνικισμός είναι αναμφίβολα το πιο επικίνδυνο ελάττωμα της εποχής μας – πολύ περισσότερο επικίνδυνο από τη μέθη ή τα ναρκωτικά, ή την εμπορική ανεντιμότητα ή κάποιο άλλο από τα ελαττώματα εναντίον των οποίων στρέφεται η συμβατική ηθική εκπαίδευση. Όσοι είναι σε θέση να επισκοπούν τον σύγχρονο κόσμο είναι ενήμεροι ότι λόγω του εθνικισμού, βρίσκεται σε κίνδυνο η συνέχιση ενός πολιτισμένου τρόπου ζωής». [1] [σ.105 κ.ε. – Η αναφορά παρατίθεται και στο βιβλίο μου «Κείμενα»]

Η διαπίστωση του Άγγλου στοχαστή επιβεβαιώθηκε με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Οι ιστορικές εξελίξεις δικαίωσαν πλήρως τους φόβους και τη ζοφερή του πρόβλεψη: το Άουσβιτς στοιχειώνει έκτοτε τον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο εθνικισμός στη φασιστική και κυρίως στην νατσιστική-χιτλερική του εκδοχή, αποδείχτηκε όντως πιο επικίνδυνος από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, τη διαφθορά και την ανεντιμότητα.

Το διαβόητο «Λαϊκό Κράτος» – αυτό το οποίο προπαγανδίζουν σήμερα οι μεταχρονολογημένες καρικατούρες του χιτλερισμού στην Ελλάδα – δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κράτος συμμορία – που βύθισε, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ολόκληρους λαούς (μεταξύ αυτών και τον ελληνικό) στο πένθος και το γερμανικό λαό στην ντροπή και τον εθνικό εξευτελισμό. Ο βίος και η πολιτεία του Αδόλφου Χίτλερ καταδηλώνουν με εμφαντικό τρόπο ότι τα καθάρματα δεν έχουν πατρίδα. Ο εθνικισμός είναι ο διεθνισμός του μίσους.

«Και με το μίσος περνάει ο καιρός», όπως εύστοχα παρατηρεί ο Μάνος Ελευθερίου στην πρώτη αράδα του μυθιστορήματός του Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές. Στη φράση τούτη συνοψίζεται η ζωή των καθαρμάτων και όλων εκείνων οι οποίοι πετούν το μέλλον τους στη χωματερή του μίσους.

Μεταπολίτευση και τελεολογία: Ο όρος «μεταπολίτευση» τείνει να μετατραπεί σε αποδιοπομπαίο τράγο με τον οποίο η παραπαίουσα ελληνική κοινωνία προσπαθεί να εξοργίσει το κακό που την ευρήκε. Οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις και ένα τμήμα της συντηρητικής εθνικιστικής διανόησης – η οποία εκτείνεται σε όλο το πολιτικό φάσμα, από τα «δεξιά» μέχρι τα «αριστερά»- έχουν επικεντρώσει τα βέλη τους στη «μεταπολίτευση», ωσάν να αφορά η περίοδος από το 1974 έως σήμερα μια συνεκτική ιστορική περίοδο με ενιαία πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Τούτη η περιοδολόγηση, η οποία επιχειρεί την «υποστασιοποίηση» της «μεταπολίτευσης» και της απόδοσης σε αυτήν συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, δεν είναι άδολη και έχει τις στοχεύσεις της.

Οι συντηρητικές – εθνικιστικές δυνάμεις επιχειρούν με διάφορα πρόσημα να στιγματίσουν τη «μεταπολίτευση» ως πηγή των σημερινών δεινών του τόπου. Όλη η ιστορική διαδρομή από την περίοδο της μεταπολίτευσης του 1974 έως σήμερα ερμηνεύεται στο πλαίσιο ενός τελεολογικού σχήματος: και εκεί που καταλήγει, το «τέλος» του, είναι η σημερινή καταστροφή.

Το τελεολογικό υπόδειγμα ερμηνείας αντιμετωπίζει όλη την περίοδο μετά το 1974 ως προθάλαμο του σημερινού εγκλωβισμού, γεγονός το οποίο οδηγεί σε εύκολα συμπεράσματα, σε έναν αντιεπιστημονικό καταγγελτικό λόγο, σε στιγματισμό υπαρκτών ή και φανταστικών αντιπάλων. Δε θα επεκταθούμε εδώ στα επιστημονικά προβλήματα των τελεολογικών υποδειγμάτων ερμηνείας και στο ζήτημα των ιστορικών περιοδολογήσεων, σημειώνουμε απλώς ότι ο όρος «μεταπολίτευση» μόνο «επιχειρησιακή» σημασία μπορεί να έχει και τίποτε παραπάνω. Η «μεταπολίτευση» – εάν δυνάμεθα να χρησιμοποιήσουμε τον όρο ως στοιχείο ιστοριογραφικής περιοδολόγησης – εκπνέει το αργότερο στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Οι συνέπειες: Η χρήση του αριστοτελικής προελεύσεως τελεολογικού υποδείγματος – μια ιστορική κίνηση αρχίζει από ένα σημείο και καταλήγει σε ένα άλλο, π.χ. από το 1974, χρονολογία της αποκατάστασης της δημοκρατίας («μεταπολίτευση») έως τη σημερινή κρίση- στην ερμηνεία των ιστορικών πραγμάτων προσδίδει ένα στοιχείο αληθοφάνειας στην εκάστοτε ιδεολογική κατασκευή και αφήγηση, η οποία αφορά στη συγκεκριμένη περίοδο. Αλλά οι «αφηγήσεις» για τη «μεταπολίτευση» είναι επιδερμικές, πρόχειρες, καταγγελτικές, συναισθηματικές, συγκινησιακές εν τέλει ένα εξωπραγματικό αντιεπιστημονικό κιτς – ίσως για τούτο και αληθοφανείς.

Από τούτη τη δεξαμενή της ιδεολογικής κατασκευής της «μεταπολίτευσης» και της «αληθοφάνειας» των αφηγήσεων που τη συνοδεύουν, επιχειρεί να αντλήσει και εν μέρει αντλεί κεφάλαιο ιδεολογικής νομιμοποίησης το τρομοκρατικό έκτρωμα, το οποίο εμφανίζεται με «πολιτικό» προσωπείο: εφ΄ όσον η «μεταπολίτευση» οδήγησε στην καταστροφή της χώρας κάθε τι πριν από αυτήν μόνο ως θετικό δύναται να εκληφθεί. Η δημόσια προσπάθεια αποκατάστασης του τυραννικού καθεστώτος στα μάτια των νεότερων γενιών θεμελιώνεται και στο τελεολογικό υπόδειγμα ερμηνείας, το οποίο έχει ως αφετηρία του την «υποστασιοποιημένη» μεταπολίτευση. Εδώ αναζητά νομιμοποίηση ο ακροδεξιός λόγος παραποιώντας τα ιστορικά γεγονότα. Στην προσπάθειά της αυτή, ευρίσκει αρωγούς και αρκετούς από τους υπερσυντηρητικούς-εθνικιστές οργανικούς διανοούμενους του κλεπτοκρατικού καθεστώτος.

Ο πολυπροβεβλημένος από τα μέσα ενημέρωσης Στέλιος Ράμφος, ακολουθώντας τα ίχνη μιας τελεολογικής προσέγγισης του πρόσφατου παρελθόντος, αποφαίνεται στα σοβαρά ότι κύριο χαρακτηριστικό της πολιτικής στην «υποστασιοποιημένη» και από αυτόν «μεταπολίτευση», είναι ο φθόνος. [2] [Βλ. Το βιβλίο του Time Out, το οποίο κυκλοφόρησε εφέτος την Άνοιξη. Ο συγγραφέας αναφέρει και άλλα φαιδρά και απίθανα, τα οποία όμως δεν αφορούν τη θεματολογία του συγκεκριμένου άρθρου]

Και ενώ ο Στέλιος Ράμφος πασχίζει να διατηρήσει ένα πρόσχημα σοβαρότητας και επιστημονικοφάνειας στα γραφόμενά του, δεν δυνάμεθα να ισχυριστούμε το ίδιο και για άλλους οργανικούς διανοούμενους του καθεστώτος. Δε θα επεκταθούμε σε τούτο το ζήτημα. Στο μέλλον θα έχουμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με παρόμοιες «παρεκτροπές» του δημόσιου λόγου εις βάρος της «μεταπολίτευσης» και στις ενδεχόμενες προθέσεις οι οποίες καλύπτονται πίσω από τη «δαιμονοποίηση» της λέξεως. Μια πρόγευση: πίσω από τις επιθέσεις εναντίον της «μεταπολίτευσης» διασταυρώνεται ο υστερικός αντικομμουνισμός με τον ασύδοτο εθνικισμό, η έλλειψη παιδείας με την αυθάδεια της ημιμάθειας, τα επιστημονικά κενά με την πανάκεια των στερεοτύπων και last but not least, το ατομικό συμφέρον και η ιδιοτέλεια με την υποτιθέμενη σωτηρία της πατρίδας.

Το προηγούμενο: Οι «κεντροαριστεροί» εκπρόσωποι του κλεπτοκρατικού καθεστώτος άνοιξαν πρώτοι το δρόμο στην εργαλειακή χρήση του όρου «μεταπολίτευση». Από κάποια χρονική στιγμή και έπειτα το περίφημο «τέλος της μεταπολίτευσης» άρχισε να μετατρέπεται σε εφαλτήριο κάθε καιροσκόπου πολιτικού και πολιτευτή για να δηλώσει την ιδιαίτερη παρουσία του στα πράγματα. Το περίφημο «τέλος της μεταπολίτευσης»  σηματοδοτούσε την ακόμη μεγαλύτερη απομάκρυνση από τα ανοικτά ερωτήματα και τα ανικανοποίητα, αλλά ζωτικής σημασίας, αιτήματα της μεταπολίτευσης του 1974.

Το τελεολογικό σχήμα ερμηνείας εργαλειοποιήθηκε, κατά κόρον, από πολιτικούς εκπροσώπους της λεγόμενης κεντροαριστεράς, στην προσπάθεια διαφόρων παραγόντων της να μεταφέρουν τη δημόσια συζήτηση σε εγχρονισμένες κατηγορίες ανάλυσης, οι οποίες θα τους έδιναν κάποιο προβάδισμα έναντι των αντιπάλων τους – κυρίως των εσωκομματικών.

Σήμερα, σε μια στιγμή πλήρους κατάρρευσης του «εγχρονισμού» – πρόκειται για μια από τις πολλές παρασυνέπειες της οικονομικής κρίσης στο πεδίο του πολιτικού-  το τελεολογικό υπόδειγμα ερμηνείας παραμένει μετέωρο και ανώφελο για την «κεντροαριστερή» ρητορεία. Μόνο που τώρα λειτουργεί ως μηχανισμός παρερμηνείας των ιστορικών γεγονότων από νεόκοπους σωτήρες της πατρίδας και έχει μετατραπεί σε στοιχείο παραπλάνησης στο οποίο επενδύει η αντιδημοκρατική ρητορεία των αντιπάλων της δημοκρατίας – όλο και περισσότεροι άνθρωποι «πείθονται» ότι η «μεταπολίτευση» ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση. Και οδηγούνται σε συγκεκριμένες ιδεολογικές θεωρήσεις του παρόντος και του μέλλοντος: ο εγχρονισμός στη σκέψη προσθέτει τώρα στα κυρίαρχα στοιχεία μιας ιδεολογίας ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού και το στοιχείο της κυριαρχίας του τελεολογικού – τώρα δεν γίνεται αναφορά στο «κλείσιμο ενός κύκλου», εκείνου της «μεταπολίτευσης», και η έναρξη ενός καινούργιου, αλλά το μέλλον ορίζεται στο πλαίσιο ενός τέλους ιδεολογικώς καθορισμένου. Από τη μια δηλαδή το τέλος ενός ασαφούς «κομμουνιστικού παραδείσου» και από την άλλη, το «λαϊκό κράτος», το οποίο θεμελιώνεται στην αρχή του ηγέτη, γερμανιστί Fuehrerprinzip (φύρερ = οδηγός, ηγέτης, αρχηγός), ο οποίος ενσαρκώνει την τωρινή και μελλοντική θέληση του λαού – στην ιδιόλεκτο της παράνοιας: «ο λαός ηγεμονεύει μέσω του ηγέτη».

Και οι δύο περιπτώσεις αφορούν κακέκτυπα ξεπερασμένων ιστορικών φαινομένων, αλλά στην Ελλάδα φαίνεται ότι η πολιτική, κοινωνική και ηθική καθυστέρηση έχουν τούτη την κρίσιμη στιγμή την τιμητική τους.

Η διαβόητη «κεντροαριστερά» – στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε «κέντρο», ούτε «αριστερά» – άφησε στον πρόσφατο πολιτικό πολιτισμό μας, αυτό το ιδιότυπο τελεολογικό υπόδειγμα ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων: ιστορικοί κύκλοι ανοίγουν και κλείνουν επειδή πρέπει να νομιμοποιηθεί επιστημονικώς μια συγκεκριμένη πολιτική πρακτική. Η «μεταπολίτευση» είναι δικό της εύρημα, απόρροια του καιροσκοπισμού, της επιστημονικής και πολιτικής της ανεπάρκειας. [Βλ. το βιβλίο του Κώστα Σκανδαλίδη: Η αριστερά στη δίνη της χιλιετίας – Εδώ δεν καταγράφεται μόνο η αδυναμία και η ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού των προηγούμενων ετών, αλλά και η στάση ενός μέρους της υποτιθέμενης «προοδευτικής» διανόησης, η οποία προσέτρεχε κάθε τόσο να προσδώσει σε κάποια συγκεκριμένη πολιτική πρακτική θεωρητικό background και στον πολιτικό συγγραφέα πνευματική αίγλη. Το βιβλίο προλόγισε ο Κώστας Τσουκαλάς – δάνεισε κάτι από την επιστημονική του αύρα στον πολιτικό με την εμφανώς ελλιπή θεωρητική κατάρτιση;]

Η προοπτική: Είναι η ελληνική κοινωνία σε θέση να αποκριθεί αποτελεσματικώς στις προκλήσεις της ιστορικής συγκυρίας και να προλάβει ακόμη χειρότερες εξελίξεις; Γιατί είναι βέβαιο ότι τα χειρότερα έρχονται.

Η πολιτική κατάσταση δε δημιουργεί αισιοδοξία, τουναντίον, φαίνεται να οδηγεί σε νέα αδιέξοδα. Η επίκληση της αισιοδοξίας δεν πρέπει να παρεξηγηθεί: δεν εννοούμε σε καμία περίπτωση την απονενοημένη αισιοδοξία μιας μερίδας πολιτών, οι οποίοι άγονται και φέρονται από την προπαγανδιστική ρητορεία των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα οποία λειτουργούν πλέον ως φερέφωνα συγκεκριμένων απόψεων και περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τον οικονομικό και κοινωνικό γρίφο στον οποίο έχουμε παγιδευτεί.

Αναφέρομαι σε σύγνωστη αισιοδοξία, η οποία θα μπορέσει σε βάθος χρόνου να σείσει τα θεμέλια του σαθρού καθεστώτος Κάτι τέτοιο δε δύναται να συμβεί από μόνο του. Η προοπτική ποτέ δεν είναι απρόοπτη. Προετοιμάζεται από κάποιους και προετοιμάζεται πάντοτε με συγκεκριμένους τρόπους. Η απόκριση στο πρόβλημα μας δε μπορεί να δοθεί από έξω. Η απόκριση σχεδιάζεται, οργανώνεται και εκφράζεται συλλογικώς μέσα στην κοινωνία: η απόκριση στο πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα απαιτεί μια άλλη πολιτική πράξη – με άλλο ήθος και άλλους στόχους.

Η απόκριση αφορά μια πολιτική κατάσταση και, ως εκ τούτου, μόνο πολιτική δύναται να είναι – επιμέρους αποκρίσεις σε άλλα πεδία του βίου δύνανται να δράσουν επιβοηθητικά, όχι καταλυτικά. Η πολιτική απόφαση για την προοπτική της χώρας ορίζει τούτη τη στιγμή το πεδίο σύγκρουσης για την κυριαρχία σε βάθος χρόνου. Το πραγματικό δίλημμα της ιστορικής στιγμής δεν το θέτει η πολιτική των μνημονίων, αλλά η κατάσταση έκτακτης ανάγκης – και αυτή δεν αφορά μόνο στα μνημόνια.

Η υποτονική  και συγκεχυμένη πολιτική παρουσία των δυνάμεων του πολιτικού και κοινωνικού status quo οφείλεται στην έλλειψη προσανατολισμού. Τούτος είναι έκδηλος σε όλο το πολιτικό φάσμα, για διαφορετικούς λόγους κατά περίπτωση.

Το τόλμημα: Συνήθως σε προσωπικές συζητήσεις τίθεται το ζήτημα της «πρότασης». Το ερώτημα «ποια είναι η δική σου πρόταση;», παγιδεύει τους συζητητές στα κοινότοπα και χιλιοειπωμένα: ο αναπροσανατολισμός προϋποθέτει και μια άλλη χρήση του λόγου. Το ερώτημα «ποια είναι η δική σου πρόταση» αποτελεί στοιχείο υπεκφυγής σε μια προπαγανδιστική ρητορική: εάν οι πολίτες αντιληφθούν ότι ο πολιτικός σκοταδισμός, από τα «δεξιά» έως τα «αριστερά» του πολιτικού φάσματος, είναι το πρόβλημα, θα πράξουν αναλόγως.

Όσον αφορά τη δική μου θέση (σε πρώτο πρόσωπο τώρα και όχι στον pluralis intercommunicationis): ως «αριστερός» – η λέξη στην Ελλάδα είναι ιστορικώς και πολιτικώς ταλαιπωρημένη, ιδεολογικώς φορτισμένη και στην πρόσληψή της παρεξηγημένη- θεωρώ ότι η συγκρότηση ενός δημοκρατικού, σοσιαλιστικού, εργατικού κόμματος με ευρωπαϊκό προσανατολισμό θα ημπορούσε να αποτελέσει το εφαλτήριο για την ανόρθωση της χώρας και του πολιτικού της συστήματος.

Θεωρώ επίσης ότι κάτι τέτοιο στη σημερινή κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι επιτακτικό για τους ανθρώπους του κάματου και της εργασίας. Σε μια τέτοια προσπάθεια δεν πρέπει να συμπεριληφθούν παράγοντες και άτομα που υπηρέτησαν από πολιτικές θέσεις κλειδιά το κλεπτοκρατικό καθεστώς: αυτό που συμβαίνει τελευταίως με τις «απολίτικες» μεταγραφές του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και με τις ιδιοτελείς αποτμήσεις από το ΠΑΣΟΚ – με γνώμονα την παρουσία στην αυριανή νομή της νέας/παλιάς εξουσίας- αποδεικνύει πόσο αναγκαία είναι η δημιουργία κόμματος αρχών και όχι καιροσκοπικές αθροίσεις ομάδων πολιτικών παραγόντων, για τους οποίους η πολιτική πράξη περιορίζεται στους διαδρόμους πέντε δέκα γραφείων της Αθήνας.

 Ζούμε σε μια περίοδο, στην οποία μόνο η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα δύναται να ανοίξει προοπτικές: και τούτο διότι ζούμε το παράλογο να κυριαρχείται η βουλή από κόμματα που στην καλύτερη περίπτωση φοβούνται και έχουν κατασταλτικές αντιλήψεις για το δημοκρατικό πολίτευμα (εμφορούνται από αντιλήψεις ενός ασαφούς δημοκρατισμού και όχι μιας ισχυρής δημοκρατίας) και στη χειρότερη από ομάδες, οι οποίες εχθρεύονται ανοικτά και μισούν τη δημοκρατία και τους θεσμούς της.

Και στις δύο περιπτώσεις υποβόσκει φόβος, απέχθεια και μίσος προς κάθε τι λαϊκό – η λαϊκιστική τους ρητορική είναι ένα διαρκές lapsus που αποκαλύπτει το σκοτεινό βάθος των υποτιθέμενων φιλολαϊκών ευαισθησιών τους.

Σχολιάστε