My Twitter Feed

24 Σεπτεμβρίου, 2021

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Ζεστάθηκαν οι σχέσεις τους! -

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου, 2021

Επίσκεψη Μ. Ξενογιαννακοπούλου -

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου, 2021

Με 56 καθηγητές λιγότερους -

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου, 2021

Ξεκίνησε το έργο της υδροδότησης -

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021

Εγκρίθηκαν τα ολιγομελή στο νομό -

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021

Ερώτηση για το ατύχημα σε Κιλκίς -

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021

Τιμωρητική στάση για παιδιά ΑμεΑ -

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021

SOS για τη μεταδοτικότητα σε Κιλκίς -

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2021

Το Σπήλαιο του Κιλκίς

Του Θανάση Βαφειάδη.


Αφιερωμένο στον Βασίλη Μακρίδη

Το 1927 και κατ’ άλλους το 1925, ο Γεώργιος Παυλίδης, γνωστός με το προσωνύμιο Πουλασούχ, δουλεύοντας στο λατομείο του Αη Γιώργη ανακάλυψε το σπήλαιο του Κιλκίς, το οποίο απέκτησε και αυτό το δικό του προσωνύμιο: «τη Πουλασούχ το τρυπίν». Τις πρώτες ημέρες μετά την εντυπωσιακή ανακάλυψη όλοι οι Κιλκισιώτες συνεχώς συζητούσαν γι’ αυτό και μάλιστα υπάρχει και ένα σχετικό ανέκδοτο, το οποίο δημοσίευσε ο Δημήτρης Νικοπολιτίδης το 1996:

«Έναν ημέραν η Φωτεινή του Χουχουμίτσονος είδεν ‘ς ση στράταν τον Πουλασούχ και ερώτεσεν ατον.

-Νέπε Γιώρικα, ποίον εν τη Πουλασούχ το τρυπίν και ολ’ για τ’ ατό ευτάνε λόγον;

-Θελτς να μαθάντς ποίον εν τη Πουλασούχ το τρυπίν; λέει ατεν και ο Γιωρίκας.

-Θέλω, θέλω, πώς ‘κι θέλω, λέει η Φωτεινή.

-Ατόνε, αφού θελτς ατόσον πολλά, αδακέσ’ τέρεν και έκλωσεν τον κόλον ατ’ και είπεν ατεν αβούτο εν’ τη Πουλασούχ’ το τρυπίν».

Το σπήλαιο, βέβαια, ήταν γνωστό από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και μάλιστα ο Τούσε Βλαχόφ στο βιβλίο του «Το Κουκους και το παρελθόν του» (1968) έγραφε: «Το 1908 λατόμοι που έσκαβαν να βγάλουν πέτρες τυχαία έχασαν ένα λοστό στις σχισμές των βράχων. Στην προσπάθεια να το βγάλουν ανακάλυψαν ένα άνοιγμα. Συνέχισαν να ψάχνουν και κατάλαβαν ότι κάτω από τον Άγιο Γεώργιο υπήρχε τεράστια σπηλιά που είχε μέσα της μικρά ποταμάκια. Κάποια στοιχεία μας λένε ότι η σπηλιά αυτή είχε είσοδο από την εποχή των παγετώνων και ίσως μέσα να ζούσαν οι πρόγονοί μας».

Το σπήλαιο για πολύ καιρό έμενε ανεξερεύνητο και γι’ αυτό μυστηριώδες. Έτσι διάφορες δοξασίες πλάστηκαν για τις «σαράντα κάμαρες», όπως το αποκαλούσαν τότε. Ένας ευρέως διαδεδομένος αστικός μύθος συσχέτιζε τις Αδελφές του Ελέους Αγίου Βικεντίου του Παύλου της Καθολικής Εκκλησίας με την μεταβυζαντινή εκκλησία του Αη Γιώργη. Σύμφωνα με αυτόν, μια από τις υπόγειες στοές στα έγκατα του λόφου συνέδεε το καθολικό μοναστήρι με το ιερό της εκκλησίας και μέσα από αυτή τη στοά οι Γαλλίδες καλόγριες, κρατώντας φανάρια και ψέλνοντας, έφταναν κρυφά για να λειτουργήσουν στην εκκλησία που κατείχαν από το 1891 με απόφαση της Υψηλής Πύλης ύστερα από παρέμβαση της γαλλικής διπλωματίας.

Τις παραδόσεις για το σπήλαιο του Κιλκίς κατέγραψε σε χειρόγραφο ο Δημήτριος Λουκάτος, καθηγητής το 1937-38 στο Γυμνάσιο Κιλκίς και μετέπειτα καθηγητής Πανεπιστημίου και πρόεδρος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας. Στο χειρόγραφο αυτό που επιμελήθηκε, σχολίασε και δημοσίευσε ο μεγάλος λογοτέχνης μας Χρήστος Σαμουηλίδης αναφέρεται: «Για τη Μεγάλη Τρύπα του Αϊ Γιώργη έχουν φανταστεί φοβερά πράγματα. Τη λένε «τρύπα» και πιστεύουν πως βγαίνει σε πολλές μεριές: στο Μοναστήρι (Λέσχη), στον Αϊ Γιώργη (ψηλά), στο Γιάννες (Μεταλλικό) και στο Μπέλες. Κάποιος, λέει, προχώρησε πολύ, χάθηκε και βγήκε στο …Μπέλες – στη Βουλγαρία. Επίσης εκεί μέσα, λέει, κρύβονται φαντάσματα, βασιλιάδες, κλπ. Στη στοιχειωμένη τρύπα( κρύφτηκε ο Βούλγαρος δεσπότης, κι εκεί κοντά, λέει οι Κιλκισιώτες δεν πρέπει να ζυγώσουν. Τις σπηλιές τ’ Αϊ Γιωργιού, λένε μερικοί πως τις έκαμε ο Μέγας Αλέξανδρος. Συγκοινωνούνε [οι σπηλιές] με το Μοναστήρι [των καθολικών καλογριών] κι εκεί μέσα κρύβονταν οι καλόγριες στη Μάχη [του Κιλκίς]».

Οι φανταστικές αυτές ιστορίες αποθάρρυναν για πολύ καιρό όσους ήθελαν να εισχωρήσουν στους εσωτερικούς διαδρόμους του. Υπήρχαν βέβαια και κάποια τολμηρά παιδιά που ήδη από τη δεκαετία του 1930, όπως γράφει ο Σταύρος Λίβας, παραμέριζαν τους φόβους τους και είχαν την ευκαιρία να δουν έστω και με το λιγοστό φως των φακών το μοναδικό φαντασμαγορικό διάκοσμο που οφείλεται στη διαβρωτική δύναμη του νερού, το οποίο σμιλεύοντας επί αιώνες την πέτρα δημιούργησε θεαματικά σταλακτιτικά συμπλέγματα: «… αρκούμασταν στο να ακούμε διάφορες ιστορίες από τα μεγαλύτερα παιδιά που ήταν σχετικές με την «τρύπα». Έτσι λέγαμε τότε το σημερινό σπήλαιο που, οι πιο τολμηροί, εφοδιασμένοι με φακούς, έκαναν διάφορες προσπάθειες να το εξερευνήσουν. Ο φόβος όμως που συνόδευε το «μυστήριο» της «τρύπας», που τον καλλιεργούσαν και μερικοί για να δικαιολογήσουν τη δειλία τους, δεν τους άφηνε να προχωρήσουν πέρα από κάποιο σημείο. Έστω όμως και μέχρις εκεί η τόλμη τους, τους «ανέβαζε» στα μάτια των άλλων παιδιών».

Το Νοέμβριο του 1969 η πρόεδρος της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας Άννα Πετροχείλου κλήθηκε, όπως γράφει η ίδια σε έκθεση της, «προς εξερεύνησιν, χαρτογράφησιν και μελέτην τουριστικής αξιοποιήσεως» του σπηλαίου, το οποίο «εχαρακτηρίσθη ως μεγάλου εθνικού τουριστικού ενδιαφέροντος». Η ίδια έδωσε και τις ονομασίες των διαδρόμων και των αιθουσών του σπηλαίου: «Διάδρομος των καταρρακτών», «Παράλληλος διάδρομος», «Διάδρομος των διακλάσεων», «Κοραλλένια διαμερίσματα», «Παλατάκι της Ξωθιάς», «Πρόναος», «Ναός», «Τρίστρατο», «Φάτνη», «Γολγοθάς». Το 1977 ξεκίνησαν εργασίες αξιοποίησης του σπηλαίου και πάλι υπό την επίβλεψη της μεγάλης κυρίας των σπηλαίων, της Άννας Πετροχείλου.

Το 1991 το τεχνικό μας γραφείο ανέλαβε την εκπόνηση της μελέτης χαρτογράφησης του σπηλαίου. Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι από όλες τις μελέτες που έχουμε εκπονήσει αυτή ήταν η πιο δύσκολη αλλά και η πιο ενδιαφέρουσα. Στις δυο εβδομάδες που εργαστήκαμε φτάνοντας στα όρια της αντοχής μας– δεν είναι εύκολο να δουλεύεις σκυφτός ή ακόμη και σε ύπτια θέση σαν τους μεταλλωρύχους – αποτυπώσαμε χιλιάδες σημεία λεπτομερειών για να σχεδιάσουμε την οριζοντιογραφία και τις κατά μήκος και πλάτος τομές. Όταν παραδώσαμε τη μελέτη είμασταν σίγουροι ότι είχαμε κάνει μια πάρα πολύ καλή αποτύπωση. Γνωρίζαμε όμως και αυτόν που πριν από εμάς είχε κάνει την τέλεια αποτύπωση του σπηλαίου. Δεν ήταν τοπογράφος και δεν χρειαζόταν να δει το σπήλαιο με την κόρη του ματιού του μέσα από τον ισχυρό φακό του γεωδαιτικού σταθμού. Δε χρειαζόταν να αποθηκεύσει τις μετρήσεις στο σκληρό δίσκο κάποιου υπολογιστή. Δε χρειαζόταν να εκτυπώσει το διάγραμμα του στον αυτόματο σχεδιαστή. Και δεν τα χρειαζόταν όλα αυτά γιατί έβλεπε το σπήλαιο μέσα από τα μάτια της ψυχής του, αποθήκευσε την εικόνα κάθε γωνιάς του στο βάθος της ψυχής του, και οι περιγραφές του κάθε φορά που έκανε ξενάγηση ήταν πιο λεπτομερείς και από το πιο λεπτομερές σχέδιο, γιατί όταν μιλούσε για το σπήλαιο έδινε όλη τη ψυχή του. Μιλάω για το φίλο μου τον Βασίλη Μακρίδη.

Ανάρτηση στη σελίδα του Θ. Βαφειάδη στο facebook

Σχολιάστε