My Twitter Feed

13 Δεκέμβριος, 2019

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

«Μύλος» με τη κουβέντα στο ΔΣ -

Τετάρτη, 11 Δεκέμβριος, 2019

Η διαμαρτυρία για τα αδέσποτα -

Τετάρτη, 11 Δεκέμβριος, 2019

Για τις επιχειρήσεις στη Παιονία -

Τετάρτη, 11 Δεκέμβριος, 2019

Λαύρος κατά των αποχωρήσεων -

Τετάρτη, 11 Δεκέμβριος, 2019

Αύξηση μελών πάνω από 60%! -

Τετάρτη, 11 Δεκέμβριος, 2019

Σκουρλέτης:Δυναμική συμπόρευση -

Τρίτη, 10 Δεκέμβριος, 2019

Πρωτοβουλία ενάντια στα αιολικά -

Δευτέρα, 9 Δεκέμβριος, 2019

Ιατρική κάνναβη σε Πολύκαστρο -

Δευτέρα, 9 Δεκέμβριος, 2019

Ποια αντιπολίτευση, με ποιο κόμμα;

Του Τάσου Παππά.


Με δύο πολύ σοβαρά ζητήματα καλείται να αναμετρηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ: τι είδους αντιπολίτευση θα κάνει και ποιο μοντέλο κόμματος θα υιοθετήσει; Μπορεί ως αντιπολίτευση να συμπεριφερθεί όπως η Δεξιά την πενταετία που ήταν εκτός διακυβέρνησης.

Να ζητάει πρόωρες εκλογές κάθε τρεις και λίγο, να χρησιμοποιεί επιθετική ρητορική με τσιρίδες και καταστροφολογία, να κάνει λόγο για εκτροπές και για υπονόμευση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, να χαϊδεύει αυτιά, να σιγοντάρει διαμαρτυρίες, να προκαλεί κινητοποιήσεις, να αποφεύγει συστηματικά να καταθέτει τις δικές του προτάσεις και γενικώς να ακολουθεί τη γραμμή «όχι σε όλα» για να εκφράσει τους δυσαρεστημένους.

Κάποιος θα πει ότι αυτή η τακτική αποδείχτηκε αποτελεσματική αφού έφερε τη Νέα Δημοκρατία στην εξουσία (για την ακρίβεια ουδέποτε την έχασε).

Απ’ ό,τι φαίνεται η νέα κυβέρνηση με τον τρόπο που θα πολιτευθεί θα δώσει πολλές ευκαιρίες στον ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει μετωπική αντιπολίτευση. Απ’ ό,τι φαίνεται ο πρωθυπουργός με την κλίση του στον βοναπαρτισμό (για λόγους προστασίας) θα προσφέρει άφθονο υλικό στον ΣΥΡΙΖΑ για κριτική.

Ομως υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Η Δεξιά είχε μαζί της τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης που έκαναν το άσπρο μαύρο, έκρυβαν τις πομπές των στελεχών της, διακινούσαν βιτριολικές φήμες, διέσπειραν ψέματα, συκοφαντούσαν χωρίς έλεος και δολοφονούσαν χαρακτήρες.

Η Δεξιά είχε μαζί της περιφερειάρχες και δημάρχους που κάθε άλλο παρά ανιδιοτελείς ήταν. Πολεμούσαν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με όλα τα βρόμικα μέσα και δηλητηρίαζαν τμήματα του πληθυσμού. Η Δεξιά είχε μαζί της σωματεία, επιστημονικούς συλλόγους, επιμελητήρια, οι επικεφαλής των οποίων έβρισκαν φιλόξενη στέγη στα πρωινάδικα των καναλιών για να ξεφωνίσουν τους συριζαίους και νοιάζονταν περισσότερο για την προώθηση της ατζέντας της Δεξιάς παρά για την υπεράσπιση των συμφερόντων των κλάδων που εκπροσωπούσαν.

Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει προσβάσεις σ’ αυτά τα πεδία. Τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης στηρίζουν τη Δεξιά, η συντριπτική πλειονότητα των περιφερειαρχών και των δημάρχων είναι νεοδημοκράτες, οι διοικήσεις των τραπεζών, ο κεντρικός τραπεζίτης της χώρας, οι επιχειρηματικές ελίτ, οι εκπρόσωποι του κομπραδόρικου παρασιτισμού κινούνται στο ίδιο ιδεολογικό μήκος κύματος με τη Ν.Δ., το βαθύ κράτος της Δεξιάς μπορεί να υπέστη κάποιες βλάβες την περίοδο της αριστερής παρένθεσης, ωστόσο η στρατηγική θέση του δεν απειλήθηκε και σήμερα εμφανίζεται έτοιμο για ρεβάνς.

Οπότε χρειάζεται υπομονή, συστηματική προγραμματική προετοιμασία, ευέλικτες τακτικές που θα έχουν στόχο να προκαλέσουν ρήγματα και εμφυλίους στις συσσωματώσεις του αντιπάλου, συμμαχίες χωρίς αλαζονεία και παμφαγικές τάσεις και δουλειά μυρμηγκιού. Κι εδώ μπαίνει ο ρόλος του κόμματος.

Πρέπει να είναι παγκόσμια πρωτοτυπία το γεγονός ότι ένα κόμμα με ποσοστά πάνω από το 30%, με ισορροπημένη εκλογική επιρροή (η χαμηλότερη επίδοσή του είναι στη Λακωνία με 19%, η υψηλότερη στο Ηράκλειο με 41% και παντού αλλού είναι πάνω από 25%), που κυβέρνησε επί τέσσερα και κάτι χρόνια, να είναι τόσο γυμνό στο επίπεδο των μηχανισμών, με τόσο αναιμική παρουσία στους χώρους όπου παίρνονται οι κρίσιμες αποφάσεις για τη ζωή των πολιτών.

Η αιτία είναι προφανής. Πριν από τη διάσπαση του 2015 οι φράξιες που λειτουργούσαν με ποσοστώσεις στα κομματικά όργανα δυναμίτιζαν κάθε πρωτοβουλία για άνοιγμα σε ευρύτερα ακροατήρια επειδή φοβούνταν ότι θα χάσουν τον έλεγχο και την προνομιακή σχέση με τον αρχηγό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε 35% στο εκλογικό σώμα και τον διοικούσε το πολιτικό προσωπικό του κόμματος του 3%. Μετά τη διάσπαση η λογική «καλύτερα μικροί και ιδεολογικά καθαροί» απορρίφθηκε στα λόγια, αλλά στην πράξη δεν έγινε τίποτε ουσιαστικό για να ανατραπεί η κατάσταση.

Η ηγεσία ασχολήθηκε με τα μνημόνια και τις πολιτικές που βοηθούσαν τους καθημαγμένους και άφησε το κόμμα στην τύχη του. Οι πολίτες που ήθελαν να ενταχθούν στο κόμμα έπεφταν σε κλειστές πόρτες, ενώ οι προσχωρήσεις από συγγενείς χώρους αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία, με το επιχείρημα ότι υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης του ριζοσπαστικού χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Κόμμα εξουσίας με λογική γκρουπούσκουλου.

Το αποτέλεσμα ήταν η συντριβή των υποψηφίων του ΣΥΡΙΖΑ στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές. Σε πολλές περιπτώσεις το μήνυμα των πολιτών ήταν εκκωφαντικό. Οι υποψήφιοι σε δήμους και περιφέρειες με κομματικό χρίσμα πήραν μονοψήφια ποσοστά και το κόμμα στις ευρωεκλογές χτύπησε 25άρια και στις εθνικές εκλογές ξεπέρασε το 30%. Ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε την εντύπωση ότι πήγε σ’ αυτές τις μάχες από υποχρέωση. Προφανώς δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: θα χτίσει μεθοδικά ένα κόμμα που θα στηρίζεται στις οργανώσεις του, θα έχει παρουσία σε όλους τους χώρους, θα λειτουργεί με κανόνες, τα όργανά του θα συνεδριάζουν τακτικά, θα ενθαρρύνει τον εσωκομματικό διάλογο, δεν θα εξοστρακίζει τις μειοψηφικές απόψεις ή θα πάει στο μοντέλο του αρχηγικού κόμματος όπου ο επικεφαλής και η ομάδα που τον πλαισιώνει θα κάνουν κουμάντο χωρίς να δίνουν πολλές εξηγήσεις, θα ζητούν πειθαρχία και εσωκομματική ηρεμία για να επιστρέψει γρήγορα ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση; Σ’ αυτό το θέμα ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι κακό παράδειγμα.

Άρθρο στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Σχολιάστε