My Twitter Feed

24 Σεπτεμβρίου, 2021

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Με 56 καθηγητές λιγότερους -

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου, 2021

Ξεκίνησε το έργο της υδροδότησης -

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021

Εγκρίθηκαν τα ολιγομελή στο νομό -

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021

Ερώτηση για το ατύχημα σε Κιλκίς -

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021

Τιμωρητική στάση για παιδιά ΑμεΑ -

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021

SOS για τη μεταδοτικότητα σε Κιλκίς -

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2021

Η επίσκεψη Ανδρουλάκη στο νομό -

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2021

Ξεπεράσαμε τα 50 κρούσματα -

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου, 2021

Οπλουργοί και έμποροι…

…κυνηγετικών ειδών στο Κιλκίς.

Του Θανάση Βαφειάδη.


Τα όπλα που είχαν οι κυνηγοί του Κιλκίς προπολεμικά ήταν εμπροσθογεμή και οπισθογεμή μονόκαννα και σπανίως δίκαννα. Μερικοί χρησιμοποιούσαν και παλιά πολεμικά όπλα. Αργότερα επικράτησαν τα ένσφυρα δίκαννα -αυτά που είχαν «κόκορες»- ή τα άσφυρα δηλαδή αυτά που είχαν κρυμμένα τα «κοκόρια» και παρείχαν έτσι εκτός από την ασφάλεια και μια κίνηση λιγότερη κατά το γέμισμα.

Οι καραμπίνες εμφανίστηκαν στην πόλη μας στη δεκαετία του 1960 και οι πιο συνηθισμένες ήταν η βελγική Browning και οι αμερικάνικες Remington και Winchester. Τα κυνηγετικά αυτά όπλα, που επικράτησαν στη συνέχεια, απαιτούσαν εξαιτίας του μεγαλύτερου βάρους του στιβαρούς βραχίονες, χρησιμοποίηση καλύτερης ποιότητας φυσιγγίων και περιποίηση εξαιτίας του πολύπλοκου μηχανισμού του. Μεταξύ των κυνηγετικών όπλων συγκαταλέγονταν και τα αεροβόλα, 16αρια, 22άρια και σπανίως 45αρια, που αποτελούσαν πολύτιμο απόκτημα των μικρών κυνηγών, αφού τα περισσότερα παιδιά αρκούνταν στις σφενδόνες, τις τσατάλες όπως τις έλεγαν, η τις ξόβεργες.

Απαραίτητοι για τους κυνηγούς ήταν οι οπλουργοί, που ήταν οι κατασκευαστές αλλά κυρίως επιδιορθωτές όπλων. Οι οπλουργοί του Κιλκίς κατασκεύαζαν κυρίως μονόκαννα. Η κατασκευή ενός τέτοιου όπλου, σύμφωνα με πληροφορίες παλιών οπλουργών, διαρκούσε γύρω στις 3 ημέρες και η τιμή του τη δεκαετία του 1960 ήταν 500 – 600 δραχμές. Στον Εμπορικό Οδηγό του Γαβριηλίδη 1937-38 ως έμποροι ειδών κυνηγίου αναφέρονται οι: Κηροποιός Ιωάννης, Σαμαράς Δημήτριος, Τσαβδαρίδης Αλέξιος.

Οι βλάβες των όπλων οφείλονταν όχι μόνο στην πολυετή χρήση τους, αφού σπάνια ο κυνηγοί τα αποχωρίζονταν, αλλά και στη χρήση φυσιγγίων που είχαν ξαναγεμιστεί πολλές φορές με λάθος τρόπο. Οι οπλουργοί έκαναν σωστά το γέμισμα των φυσιγγίων που είχαν χρησιμοποιηθεί ώστε να είναι ασφαλή. Με ένα ξύλο ίδιας διατομής με αυτής του κάλυκα ίσιαζαν τα άκρα του φυσιγγίου που είχαν παραμορφωθεί κατά τη βολή, τοποθετούσαν καινούργιο καψούλι, έβαζαν την απαιτούμενη ποσότητα πυρίτιδας, αφού τη ζύγιζαν σε ζυγαριά ακριβείας, τοποθετούσαν το χάρτινο βύσμα και έβαζαν τα σκάγια. Το κλείσιμο του φυσιγγίου γινόταν με την κυκλική αναδίπλωση των χειλιών του κάλυκα, τα οποία συγκρατούσαν ένα λεπτό δίσκο, ο οποίος τοποθετούνταν πάνω στα σκάγια. Τέλος με μια χειροκίνητη πρέσα πίεζαν τον κάλυκα, ώστε να εφαρμόσει η γόμωση στο περίβλημα.

Οι οπλουργοί σταδιακά εξελίχθηκαν σε εμπόρους κυνηγετικών ειδών, που πουλούσαν μεταχειρισμένα και καινούργια όπλα, φυσίγγια και εφόδια του κυνηγού. Αυτά ήταν η κυνηγετική στολή, η αδιάβροχη χλαίνη, το κάλυμμα της κεφαλής, τα υποδήματα, ο κυνηγετικός σάκος, η φυσιγγιοθήκη, ο εξολκέας, η σφυρίχτρα και το κυνηγετικό μαχαίρι. Ο εξολκέας ήταν χρήσιμος για το τράβηγμα του άδειου ή γεμάτου φυσιγγίου που είχε σφηνωθεί στη θαλάμη του όπλου. Η σφυρίχτρα ήταν απαραίτητη για τη συνεννόηση των κυνηγών που είχαν απομακρυνθεί από την ομάδα ή το κάλεσμα του σκύλου που είχε απομακρυνθεί ή για να επιστήσει την προσοχή άλλων κυνηγών ή οποιουδήποτε άλλου, όταν το κυνήγι γινόταν μέσα σε πυκνό δάσος. Απαραίτητο, ιδίως το καλοκαίρι, ήταν το δερμάτινο ή αλουμινένιο παγούρι που ο κυνηγός το εξαρτούσε από τη φυσιγγιοθήκη ή το αναρτούσε από τους ώμους.

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970 δε συνηθιζόταν η αγορά των έτοιμων ειδών ρουχισμού και των δερματίνων ειδών κυνηγίου από τα καταστήματα κυνηγετικών ειδών, αφού έως τότε οι περισσότεροι κυνηγοί χρησιμοποιούσαν για την κυνηγετική τους αμφίεση τα παλιά τους ρούχα και ανέθεταν την κατασκευή των υποδημάτων, των φυσιγγιοθηκών και των άλλων δερμάτινων εξαρτημάτων στους τσαγκάρηδες και τους δερματοράπτες (φοντιατζήδες).

Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου κατασκεύαζε τα δερμάτινα αυτά είδη και κυρίως μπότες, σάκους και φυσεκλίκια. Οι μπότες έπρεπε να είναι από μαλακό δέρμα ελαφριές και στερεές και να μην επιτρέπουν την είσοδο νερού, ευρύχωρες με χαμηλό πλατύ τακούνι και τραχιά σόλα για να αποφεύγεται ο κίνδυνος του ολισθήματος. Ο κυνηγετικός σάκος αποτελούνταν από αδιάβροχο ύφασμα με πολλά χωρίσματα για την απόθεση των τροφίμων και διαφόρων αντικειμένων που χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι και των θηραμάτων. Η φυσιγγιοθήκη ή φυσεκλίκι όπως την αποκαλούσαν οι κυνηγοί, ήταν δερμάτινη, ανάλογη με τη διάμετρο των φυσιγγίων του όπλου και έπρεπε να περιλαμβάνει περισσότερα από 25 φυσίγγια. Υπήρχαν και φυσιγγιοθήκες με διπλή σειρά θηκών, που χωρούσαν διπλάσιο αριθμό φυσιγγίων.

Θυμάμαι, επίσης, το οπλοπωλείο του Δημητρού του Κεμπάμπη που ήταν κοντά στο μαγαζί μας και ο πατέρας μου με έστελνε τακτικά να αγοράσω σφαίρες Ideal «ακάπνου πυρίτιδος» του ελληνικού Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου. Βολίδες «ντιάμπλο» και «μπουλντόγκ» για το αεροβόλο μου, ένα «Ντιάνα» 22αρι, αγόραζα από τον Γιάννη τον Κηροποιό, όταν περίσσευε φυσικά το απαιτούμενο δίδραχμο, που δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Τα καταστήματα αυτά, όπως τα θυμάμαι αμυδρά, είχαν συνήθως δύο αυτοτελείς συνεχιζόμενους χώρους, το χώρο πωλήσεων και το χώρο του εργαστηρίου. Τα μεταχειρισμένα όπλα ήταν αναρτημένα στον τοίχο πίσω από τον μακρόστενο πάγκο του οπλοπωλείου, ενώ τα καινούργια ήταν «λυμένα» στα κουτιά τους κάτω από τον πάγκο αυτό. Τα κουτιά των φυσιγγίων τοποθετούνταν σε μέρος χωρίς υγρασία, συχνά πάνω σε ράφια, ενώ τα καλύτερα κυνηγετικά είδη καταλάμβαναν περίοπτη θέση στη βιτρίνα του καταστήματος. Από τη διακόσμηση του οπλοπωλείου δεν έλειπαν τα ταριχευμένα μικρά ζώα και πουλιά ή τα κεφάλια μεγάλων θηραμάτων.

Θυμάμαι και την πρώτη μου βολή με καραμπίνα στα πέντε μου χρόνια και το τίναγμα στον ώμο, που πονούσε για τρεις μέρες. Δεν ξεχνώ και τις ατελείωτες πεζοπορίες, όταν με έπαιρνε ο πατέρας μου μαζί του στο κυνήγι, για να υπομείνει στη συνέχεια τον εξάψαλμο της μητέρας μου: «Πού το τρέχεις μικρό παιδί στα βουνά! Είναι και αδύνατο! Θα ιδρώσει και θ’ αρρωστήσει!». Και φυσικά αυτός ήταν ο λόγος που όταν μεγάλωσα δεν έγινα κυνηγός: για να μην ξεποδαριάζομαι περπατώντας στη φύση. Και τι κατάλαβα; Έγινα τοπογράφος και το κουραστικό περπάτημα στη φύση δεν το γλύτωσα.

Ανάρτηση στο facebook https://www.facebook.com/thvafeiadis

Σχολιάστε