My Twitter Feed

24 Σεπτέμβριος, 2020

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Αυτοψία των έργων στη Δοϊράνη -

Τετάρτη, 23 Σεπτέμβριος, 2020

Βολές κατά ΔΣ Εργαζομένων -

Τετάρτη, 23 Σεπτέμβριος, 2020

Διαμαρτυρία ΠΟΕΔΗΝ σε Κικίλια -

Τετάρτη, 23 Σεπτέμβριος, 2020

Απάντηση Μηνά για το Νοσοκομείο -

Τετάρτη, 23 Σεπτέμβριος, 2020

Ξανά δυο νέα κρούσματα σε Κιλκίς -

Τρίτη, 22 Σεπτέμβριος, 2020

Στο στόχαστρο και του σωματείου -

Τρίτη, 22 Σεπτέμβριος, 2020

ΣΥΡΙΖΑ: Κομματικό κράτος δεξιάς -

Τρίτη, 22 Σεπτέμβριος, 2020

«Aναλογικά η κατανομή σε σχολεία» -

Τρίτη, 22 Σεπτέμβριος, 2020

Οι «Γερμανοί» και «Σουηδοί» χωριών του Κιλκίς

drosato-doirani

ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΙΜΟΣ ΦΑΚΑΛΗΣ – ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Στο δρόμο πολύ δύσκολα συναντάς κάποιον νέο άνθρωπο να κυκλοφορεί, παρά μόνον ηλικιωμένους. Οι φράχτες των αυλών δε φαίνονται από τα χόρτα που «ψήλωσαν» και τα περισσότερα «καλοστεκούμενα» σπίτια με τις ξύλινες σοφίτες δείχνουν να μην κατοικούνται.

Μεγάλες κλειδαριές σφίγγουν τις αυλόπορτες, παντού βλέπεις κατεβασμένα παντζούρια και στα κουδούνια κανείς δεν απαντά. Λίγες μόνο καμινάδες καπνίζουν και θυμίζουν ότι τα δύο χωριά του Κιλκίς που ακουμπούν στη λίμνη Δοϊράνη, το Δροσάτο και η Κορομηλιά, έχουν ζωή.

Φτάνοντας στα 2-3 καφενεία των χωριών, η εικόνα είναι πιο ζωηρή. Εκεί μαζεύονται καθημερινά οι «Σουηδοί» και οι «Γερμανοί». Ντόπιοι που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν τη δεκαετία του ‘60 λόγω φτώχειας και πολιτικών φρονημάτων, αλλά τήρησαν την υπόσχεσή τους και γύρισαν στην πατρίδα. Σήμερα βλέπουν τα παιδιά τους να βαδίζουν στα μονοπάτια της ξενιτιάς στα οποία περπάτησαν και οι ίδιοι, για να βρουν δουλειά κι ελπίδα στη ζωή.

Ολοι τους μεγαλοσυνταξιούχοι σήμερα. Με συντάξεις άνω των 2.000 και 2.500 ευρώ το ζευγάρι από το σουηδικό και γερμανικό κράτος, δείχνουν να μην έχουν οικονομικό πρόβλημα. Ενισχύουν την τοπική οικονομία και κρατούν ζωντανά τα δύο χωριά που έχουν ερημώσει από νέους.

Αυτοί «υποχρεώθηκαν» να πάρουν τα τελευταία δύο χρόνια το δρόμο της ξενιτιάς. Μπρος στην επανάληψη της ιστορίας, ο προβληματισμός και τα «γιατί» σκιάζουν τα πρόσωπα των «Γερμανών» και «Σουηδών», ενώ η πίκρα πλημμυρίζει την ψυχή τους.

«Ολοι όσοι πήγαν έξω ως βιομηχανικοί εργάτες »δημιουργήθηκαν» και έφεραν πίσω τις οικονομίες μιας ζωής, κάνοντας κάποιες επενδύσεις για να ζήσουν με τα παιδιά τους στο Δροσάτο και την Κορομηλιά. Αλλοι αγόρασαν σπίτια για τους γιους και τις κόρες, άλλοι τους έκαναν δουλειές και σήμερα πληρώνουν μόνο χαράτσια. Τα παιδιά δεν μπόρεσαν να τακτοποιηθούν. Εκμεταλλεύτηκαν τις επαφές των γονιών στο εξωτερικό και έφυγαν», εξηγεί στον «ΑτΚ» ο Νίκος Ταταρίδης, στην ψησταριά του οποίου περνούν την ώρα τους κάθε απόγευμα οι συνταξιούχοι μετανάστες.

ΔΡΟΣΑΤΟ

Πρόσφερε εργατικά χέρια

για τη Philips και τη Volvo

Το Δροσάτο, έρημο σήμερα από νέους, αριθμεί 800 κατοίκους, εκ των οποίων οι περισσότεροι «έκαναν» Σουηδία.

«Περιμέναμε όλο το χρόνο να πουλήσουμε τα καπνά και να ξεπληρώσουμε τα χρέη μας. Αλλά οι έμποροι μας τα έβγαζαν ακατάλληλα και μας υποχρέωναν να τα κάψουμε στον πλάτανο του χωριού. Είχαμε φτάσει στο σημείο ούτε τον μπακάλη να μην μπορούμε να πληρώσουμε. Για το λόγο αυτό »ψάξαμε» να φύγουμε», λέει ο Νίκος Τερζενίδης, από τους πρώτους κατοίκους του χωριού που έφυγαν για Σουηδία.

Τη δεκαετία του ’60 ανέβαιναν στα τρένα των μεταναστών, το «Εξπρές Ελλάς» και το «Ακρόπολις», και, μέσω Σερβίας, διέσχιζαν την Αυστρία, τη Γερμανία και τη Δανία, καταλήγοντας μετά από 4 μέρες στο σιδηροδρομικό σταθμό της Στοκχόλμης. Εκεί τους περίμεναν συγγενείς και συγχωριανοί οι οποίοι αναλάμβαναν να τους βοηθήσουν να βρουν δουλειά και σπίτι. «Ελάτε πάνω, έχει δουλειές, και με το σπίτι κάπως θα βολευτούν τα πράγματα. Θα σας βοηθήσουμε και γρήγορα θα τακτοποιηθείτε», προέτρεπαν τα γράμματα που έστελναν στο χωριό οι πρώτοι γκασταρμπάιτερ οι οποίοι είχαν φτάσει εκεί. «Ο ένας έπαιρνε τον άλλον. Και στο Δροσάτο έμειναν μόνον οι ηλικιωμένοι γονείς μας», θυμάται ο Νίκος Τερζενίδης.

Ούπλαντ, Οστεργκότλαντ, Σμάλαντ, Χάλαντ, Στοκχόλμη, Γκέτεμποργκ, Μπλέκινγκε, Νόρτσιμπιγκ και Μεντέλπαντ ήταν μερικές από τις πόλεις όπου δούλεψαν κάτοικοι του Δροσάτου. Αλλοι σε ξυλάδικα, άλλοι σε εταιρίες ηλεκτρονικών, όπως η Philips, σε αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Volvo, σε τσιμεντάδικα και εργοστάσια κινητής τηλεφωνίας όπως η Erickson. «Δε μας έβαζαν σε γραφομηχανή. Ημασταν αγράμματοι αλλά είχαμε πολλή όρεξη για δουλειά», σημειώνει ο Νίκος Τερζενίδης. Ο ίδιος έμεινε 13,5 χρόνια στη Σουηδία. Δούλεψε στη Philips. Τον πρώτο χρόνο έμαθε να κολλάει και να συναρμολογεί εξαρτήματα του τρανζίστορ και της τηλεόρασης, ενώ αργότερα εργάστηκε και στην αυτοκινητοβιομηχανία Volvo.

Μετανιωμένος εμφανίζεται ο Αριστοτέλης Καλπακίδης, δεκαεφτά χρόνια μετά τον επαναπατρισμό του. «Νοσταλγούσα την πατρίδα και έτσι, αφού κατάφερα να εξασφαλίσω τη σύνταξη, προτίμησα να γυρίσω πίσω το 1996 οικογενειακώς. Οταν επέστρεψα στο χωριό, τα μπακάλικα είχαν μόνιμα ουρά. Υπήρχε ανάπτυξη και το χρήμα έρρεε. Οι καφετέριες και οι ψησταριές έβγαζαν τραπέζια από τη μία άκρη του δρόμου μέχρι την άλλη λες και αυτό δεν είναι το Δροσάτο αλλά κάποια πόλη. Ο κόσμος, έλεγα, περνάει καλά εδώ. Εμείς στη Σουηδία ήμασταν δουλειά, σπίτι και το μυαλό μας στην οικονομία», θυμάται ο κυρ-Αριστοτέλης. «Σήμερα αναγκαζόμαστε λόγω της κατάστασης να στείλουμε τα παιδιά μας πίσω. Η κόρη μου έφυγε για Σουηδία πριν από ένα μήνα. Αν τακτοποιηθεί, θα ξαναφύγω κι εγώ. Και ας έκανα 3 σπίτια στην Ελλάδα. Θα τα κλείσω», δηλώνει θυμωμένος στον «ΑτΚ» ο Αριστοτέλης Καλπακίδης.

Το τσιμεντάδικο στην Αμπετον

Σε δεύτερο Δροσάτο είχε μετατραπεί το τσιμεντάδικο στην Αμπετον, καθώς εκεί εργάζονταν πάνω από 30 οικογένειες του χωριού. Μία από αυτές ήταν και του Ευστάθιου Παπαδόπουλου ο οποίος όμως αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω σχετικά νωρίς λόγω ατυχήματος. «Τα λεφτά που μας στέλνουν οι άνθρωποι είναι πολλά. Δεν μπορούμε να τα φάμε όλα αυτά στο χωριό. Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα παιδιά μας δε δουλεύουν. Με το που έρχεται λοιπόν το έμβασμα το μοιράζουμε στους γιους, τις κόρες και τα εγγόνια», συμπληρώνει.

Μειοψηφία στο χωριό αποτελεί ο Γιώργος Ζωγραφίδης. Σαράντα δύο χρόνια υπηρέτησε ως νοσοκόμος στο Ανόβερο της Γερμανίας. «Μαζί με τη γυναίκα μου παίρνουμε σύνταξη 2.600 ευρώ. Οχι μόνο μας φτάνουν αλλά και μας περισσεύουν. Πήρα στα παιδιά και στα εγγόνια μου αυτοκίνητο και όπου μου ζητήσουν τους βοηθώ», λέει.

Πολιτικοί οι λόγοι

Την ώρα που μιλά για τη Σουηδία ο Νίκος Παναγιωτίδης, η έκφρασή του αλλάζει. Ενα πλατύ χαμόγελο σκεπάζει το πρόσωπό του. «Ηταν ωραία χρόνια εκείνα. Περάσαμε καλά. Δουλέψαμε, προκόψαμε, μαζέψαμε χρήματα και σπουδάσαμε τα παιδιά μας», αναπολεί. Για πολιτικούς λόγους αναγκάστηκε να φύγει από το Δροσάτο το 1970 ο 72χρονος σήμερα συνταξιούχος.

«Δυσκολευόμουν να τακτοποιηθώ σε δουλειές. Οπου πήγαινα μου ζητούσαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Αγανάκτησα και άρχισα να ψάχνω τρόπους για να φύγω. Το 1970 κατάφερα να βγάλω τουριστικό διαβατήριο με πρόσχημα ότι θα πήγαινα σε γάμο της ξαδέλφης μου. Την ίδια χρονιά έφτασα στη Σουηδία όπου έμεινα 15 ολόκληρα χρόνια», λέει.

 

Σχολιάστε