My Twitter Feed

18 Μαΐου, 2024

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Ο γραμματέας ΠΑΣΟΚ στο νομό -

Παρασκευή, 17 Μαΐου, 2024

Εκλογική επιτροπή και μήνυμα -

Παρασκευή, 17 Μαΐου, 2024

Κόντρα δήμου με διευθύντρια ΔΕ -

Παρασκευή, 17 Μαΐου, 2024

Παππάς: Επικίνδυνη μετεστέγαση -

Πέμπτη, 16 Μαΐου, 2024

Επίσκεψη Κασσελάκη στο Κιλκίς -

Πέμπτη, 16 Μαΐου, 2024

Έντονο προεκλογικό τριήμερο -

Πέμπτη, 16 Μαΐου, 2024

Κιλκίς: Αλληλεγγύη στη Παλαιστίνη -

Τετάρτη, 15 Μαΐου, 2024

24ωρη απεργία στα νοσοκομεία -

Τετάρτη, 15 Μαΐου, 2024

Τα μπάνια του λαού

Του Θανάση Βαφειάδη.


Τον Ιούλιο του 1987 κάποιοι από τους έμπιστους συνεργάτες του Ανδρέα Παπανδρέου του πρότειναν να προκηρύξει πρόωρες εκλογές καλοκαιριάτικα. Ο Ανδρέας ούτε καν το σκέφθηκε και απέρριψε τον πρόταση ασκαρδαμυκτί, λέγοντας: «Ε, δε θα χαλάσουμε τα μπάνια του λαού!». Έκτοτε η φράση εκείνη απέκτησε αξία δόγματος, η αμφισβήτηση του οποίου αποτελεί τρόπον τινά έγκλημα καθοσιώσεως.

Πώς όμως ήταν τα μπάνια του λαού την εποχή των προπαππούδων και των παππούδων μας; Ας κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο, το οποίο είναι και το μόνο είδος ταξιδίου που σήμερα μπορούμε να κάνουμε, σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, τότε που συναγωνιζόμασταν την κυρία της γνωστής διαφήμισης που επαναλαμβάνει μονότονα και με έπαρση: «Έχω πάει, έχω πάει».

Μέχρι το 1870 το Τουρκολίμανο ήταν το μοναδικό θέρετρο των Αθηναίων και από τη χρονιά αυτή και μετά οι κάτοικοι του Κλεινού Άστεως άρχισαν να προτιμούν το Νέο Φάληρο, στο οποίο έφθαναν με το ατμοκίνητο τρένο Αθηνών – Πειραιώς ή με το τραμ. Όταν μετά από πολλές ώρες διαδρομής ο «κωλοσούρτης» κατάφερνε να σταματήσει οι επιβάτες, κυρίως μέλη της λεγόμενης αριστοκρατίας, αποβιβάζονταν μέσα στη σκόνη και τους καπνούς και διαχωρίζονταν αμέσως οι άνδρες και οι γυναίκες, που στρέφονταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό γινόταν γιατί καραδοκούσαν ως κέρβεροι οι ασπροντυμένοι και ηλιοκαμένοι ναύτες του λιμεναρχείου, για να προλάβουν οποιαδήποτε συνάντηση των δυο φύλων παρ’ θιν αλός ή μέσα στο νερό.

Στο γυναικείο στρατόπεδο «οι κυρίες ακουμπούσαν σε μια γωνιά τα ομπρελίνα τους, έβγαζαν τα κρινολίνα τους, τα μεγάλα τους καπέλα, οι πιο εύσωμες πάσχιζαν να απαλλαγούν από το στενό κορσέ της μόδας και τέλος πάντων κάποτε κατάφερναν να φορέσουν τα μπανιερά τους που κατέβαιναν μέχρι το γόνατο και σκούφιες υφασμάτινες που σκέπαζαν τα μαλλιά τους. Της μόδας ήταν και τα «τρικό μαγιώ», πλεκτά, δηλαδή με μακρύ παντελόνι και μανίκια». (Κ. Παπαπέτρου, ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ 1976). Οι άνδρες με το απαραίτητο ψαθάκι και το μονόκλ, που πολλοί δεν το έβγαζαν ακόμη κι όταν έπεφταν στο νερό, μπορούσαν να δουν από μακριά μόνο γυναικεία γυμνά πόδια κάτω από το γόνατο και γυμνά χέρια κάτω από τους αγκώνες.

Όσον αφορά το λαουτζίκο στις αρχές του 20ου αι. το ταξίδι με σκοπό το θερινό μπάνιο αποτελούσε μια πραγματική Οδύσσεια. Για τις ανάγκες των ταξιδιών αυτών οι καρραγωγείς τοποθετούσαν δυο μακριές σανίδες κατά μήκος του κάρρου, που αποτελούσαν τις θέσεις των επιβατών. Επιπλέον στήριζαν στις άκρες τεσσάρων ξύλων υφάσματα, τα οποία προφύλασσαν από τον καυτό ήλιο και ανοιγόκλειναν σαν κουρτίνες κατά περίσταση. Ο Δημήτριος Ταγκόπουλος σε άρθρο του στο ΕΘΝΟΣ στις 11-8-1924 περιγράφει τις θερινές εκστρατείες των Αθηναίων στις παραλίες γύρω στο 1900: «Στις λαϊκές συνοικίες στάθμευαν σε ορισμένο μέρος μακριά αμάξια τετράτροχα, αραμπάδες, με δυο μεγάλες σανίδες κατά μήκος για καθίσματα, κι ο αραμπατζής, στρίβοντας το αρειμάνιο μουστάκι του ή χαϊδεύοντας το κεφάλι του ντορή του εκραύγαζε με τη βραχνή του φωνή:

-Άλλος για το Φαληρέα!… Μια δεκάρα το κεφάλι!…Άλλος και φεύγομε!».

Όταν τα παράξενα αυτά λεωφορεία έφταναν στην παραλία άπαντες ρίχνονταν στο νερό για να δροσιστούν ακόμη και οι αμαξάδες που, συνδυάζοντας το ωφέλιμον μετά του τερπνού, κολυμπούσαν μέχρι να έρθει η ώρα της αναχώρησης και συμμετείχαν στο γλέντι που στήνονταν στην παραλία: «Από το υπαίθριο και ενύδριο αυτό γλέντι δεν έλειπαν κι’ οι αραμπατζήδες, που εγδυνόντουσαν πίσω από τον αραμπά, εκαβαλίκευαν θεόγυμνοι τον ντορή τους κ’ επροχωρούσαν προς τη θάλασσα για να λούσουν το υποζύγιο τους και να πειράξουν με βαναυσόλογα τις λουόμενες».

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 οι παραλίες μεταβλήθηκαν σε Σόδομα και Γόμορα εξαιτίας των μπαιν μιξτ, δηλαδή των κοινών λουτρών για άνδρες και γυναίκες. Φυσικά δεν υπήρχαν ούτε ξαπλώστρες, ούτε μπιτσόμπαρα, ούτε ταβέρνες πάνω στο κύμα καθώς οι λουόμενοι φρόντιζαν να έχουν μαζί τους κουβέρτες για να τις απλώνουν στην καυτή άμμο, νταμιτζάνες με κρασί ή στάμνες νερό, ψωμοτύρι και κεφτεδάκια, διότι ο άρτος έπρεπε να συνοδεύει τα θεάματα.

Οι άνδρες παρατηρούσαν διακριτικά τις αναδυόμενες Αφροδίτες διότι σαν τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη παραμόνευαν οι γονείς των χαριτόβρυτων δεσποινίδων για να προστατέψουν την τιμή της κόρης τους, μην παρασυρθεί και ξελογιασθεί πίσω από κανένα βραχάκι. Υπήρχαν όμως και οι τολμηροί, οι αποκαλούμενοι καρχαρίες, όπως έγραφε στο ΕΞΕΛΣΙΟΡ στις 26-8-1928: «Αλλά υπάρχουν και πειο ριψοκίνδυνοι, τα παλληκάρια οι θερμόαιμοι, που αψηφούν τις συνέπειες και γράφουν στα παληά τους παπούτσια τις αστυνομικές διατάξεις. Αυτοί είνε οι λεγόμενοι «Καρχαρίαι». Οι καρχαρίαι συνήθως νοικιάζουν μια βάρκα πλευρίζουν κοντά στις κοπέλλες και καθώς βρίσκονται με το μαγιό τους έτοιμοι προς ναυμαχίαν βουτούν στο βυθό της θαλάσσης και δια μιας υποβρυχίου κυκλωτικής κινήσεως βουτούν – κατά λάθος εννοείται – την γάμπα ή το μπούτι καμμιάς λουομένης σειρήνος. Έξαφνα ακούτε στριγγλιές, φωνάρες γυναικείες που αναστατώνουν τον κόσμον των λουομένων. Είνε η τσιμπημένη σειρήν που γκαρίζει διαπασών.

-Καρχαρίας παιδιά… κορίτσια καρχαρίας, προσέξτε».

Τι γινόταν στο Κιλκίς εκείνη την εποχή; Το μπάνιο ήταν άγνωστη λέξη, αφού το χειμώνα οι κάτω των 20 ετών έκαναν το μπάνιο τους στη σκάφη δυο φορές το χρόνο, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, ενώ το καλοκαίρι δροσίζονταν στα νερά του Σαλάτς ή σε καμιά γκιόλα του Γαλλικού. Χωρίς μαγιό φυσικά γιατί κι αυτό ήταν άγνωστη λέξη.

Ανάρτηση στο facebook

Σχολιάστε