My Twitter Feed

18 Μαΐου, 2024

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Ο γραμματέας ΠΑΣΟΚ στο νομό -

Παρασκευή, 17 Μαΐου, 2024

Εκλογική επιτροπή και μήνυμα -

Παρασκευή, 17 Μαΐου, 2024

Κόντρα δήμου με διευθύντρια ΔΕ -

Παρασκευή, 17 Μαΐου, 2024

Παππάς: Επικίνδυνη μετεστέγαση -

Πέμπτη, 16 Μαΐου, 2024

Επίσκεψη Κασσελάκη στο Κιλκίς -

Πέμπτη, 16 Μαΐου, 2024

Έντονο προεκλογικό τριήμερο -

Πέμπτη, 16 Μαΐου, 2024

Κιλκίς: Αλληλεγγύη στη Παλαιστίνη -

Τετάρτη, 15 Μαΐου, 2024

24ωρη απεργία στα νοσοκομεία -

Τετάρτη, 15 Μαΐου, 2024

Ποιος έχει ανάγκη τον Παπαδιαμάντη;

Η ΦΟΝΙΣΣΑ

Ελλάδα, 2023.

  • Παραγωγή: Κώστας Λαμπρόπουλος, Διονύσης Σαμιώτης
  • Σκηνοθεσία: Εύα Νάθενα
  • Σενάριο: Κατερίνα Μπέη
  • Φωτογραφία: Παναγιώτης Βασιλάκης
  • Μοντάζ: Αγγέλα Δεσποτίδου
  • Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
  • Πρωταγωνιστούν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μαρία Πρωτόπαππα, Ελενα Τοπαλίδου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Γεωργιάννα Νταλάρα, Χρήστος Στέργιογλου, Στάθης Σταμουλακάτος, Δημήτρης Ημελλος, Χριστίνα Μαξούρη, Ολγα Δαμάνη, Ερση Μαλικένζου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Αγορίτσα Οικονόμου
  • Διάρκεια: 97 λεπτά
  • Διανομή: Tanweer

«΄Ωφειλεν έκαστος να δώση και μετρητήν προίκα. Άλλως, ας είχε τας κόρας του να τας καμαρώνη. Ας τας έβαζε στο ράφι. Ας τας έκλεινε στο δουλάπι. Ας τας έστελνε στο μουσείο…».

«Τι δούλεψι να κάμη κανείς στη φτώχεια! Γιατί κάνει όλο κοριτσάκια κι αυτή η φτωχιά! Θαρρώ πως έχει πέντε έξη ως τώρα. Δεν ξέρω αν της έχει πεθάνη κανένα απ’ αυτά τ’ εφτάψυχα!».

Α. Παπαδιαμάντη – Η Φόνισσα(εκδ. Ευθεία, 1994).

Στο παρόν κείμενο θα διαφωνήσω αρκετά με τις διθυραμβικές σχεδόν κριτικές που έχει λάβει το φιλμ πριν καλά ακόμη ξεκινήσει την έκθεσή του στους κινηματογράφους και στους θεατές. Και μακάρι η ταινία να πάει καλά και να κόψει τα αναγκαία εισιτήρια με την ανταπόκριση του κοινού, κάποια πράγματα όμως πρέπει να γράφονται. Ειδικά όταν στεκόμαστε αντιμέτωποι με το εκπληκτικό βιβλίο του Παπαδιαμάντη, ένα ψυχογραφικό «θρίλερ» της ελληνικής επαρχίας λίγο μετά το τέλος της Οθωμανικής κατοχής , μια αριστοτεχνική σκιαγράφηση της πρώτης ίσως κατά συρροή δολοφόνου της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας.

Μα η ταινία και πιο συγκεκριμένα η σκηνοθέτης κ. Νάθενα (πρώτη μεγάλου μήκους) αποφασίζει να τραβήξει τον δικό της δρόμο αφήνοντας κατά μέρος μεγάλο μέρος από το βιβλίο κυρίως σε επίπεδο ψυχοδράματος και να μας παραδώσει εν τέλει με χρήση εξαιρετικών σκηνικών και μέτριας δραματουργικής καθοδήγησης ηθοποιών , ένα φιλμ καταγγελία κατά της ανδρικής βίας και της γυναικείας χειραφέτησης (δηλαδή ένα φιλμ που σχεδόν απλώνει σε όλη του τη διάρκεια το ανομολόγητο μίσος της τρομοκρατημένης γυναίκας προς το βάρβαρο ανδρικό στοιχείο). Πρόκειται για μια μονομερή (παρα)χάραξη του αριστουργήματος του Σκιαθίτη συγγραφέα με μια δόση μεταμοντερνισμού και νεωτερισμού που δεν φαίνεται να έχει κάποιος ανάγκη σήμερα και που πρέπει να είναι πολύ αριστοτεχνικά όλα αυτά για να πετύχουν, ειδικά όταν η ταινία είναι γυρισμένη με τηλεοπτική λογική και παλαιού τύπου αισθητική κινηματογράφησης. Στην ουσία είναι μια τάση που ξεκίνησε εδώ και λίγα χρόνια (κυρίως από τον γαλλικό κινηματογράφο) όπου ο δημιουργός κάνει μια «νέα ανάγνωση» δικής του προέλευσης σε ένα βιβλίο και από εκεί και πέρα στήνει το φιλμ όπως αυτός θέλει κάνοντας ωστόσο –άδικη- χρήση όλων των όρων του βιβλίου.

Στην ταινία της Νάθενα δεν υπάρχουν ισχυροί δομικοί χαρακτήρες μα περισσότερο αναιμικοί. Η κουραστική επανάληψη του φαντάσματος της μητέρας της Φραγκογιαννούς, τα διαρκώς επαναλαμβανόμενα πλάνα με τα ίδια βουνά και σύννεφα, οι βλοσυροί άνδρες που δύσκολα τους παίρνεις λόγο και δέρνουν με το παραμικρό, οι υποταγμένες γυναίκες στη μοίρα τους και κάπου εκεί μια ηλικιωμένη που αποφασίζει να πνίξει κοριτσάκια για να τ’ απαλλάξει από το υπόλοιπο της βασανισμένης ζωής που τα περιμένει, μας δίνονται δυστυχώς επιδερμικά (πάντα σε σχέση με το αριστουργηματικό βιβλίο). Η μεταφορά αποτυγχάνει πλήρως και κυρίως κινηματογραφικά. Βέβαια αν στόχος είναι η παράδοση μιας καταγγελίας της γυναικείας καταπίεσης και όχι ενός ηθογραφήματος με ψυχάκια killer , τότε όλα καλά.

Η Κ. Καραμπέτη αποδίδει τον ρόλο με μεγάλη δική της πρωτοβουλία και συχνά χωρίς ιδιαίτερη σκηνοθετική παρέμβαση (άλλο σκηνοθεσία άλλο οδηγίες απλές προς τους ηθοποιούς να παίξουνε «ελεύθερα»). Είναι σημεία που βγαίνει τελείως από την ψυχοπάθεια του χαρακτήρα-δολοφόνου για ν’ αποδώσει με υστερικό τρόπο και γκροτέσκ ερμηνεία τη Φραγκογιαννού (εδώ η ευθύνη βαραίνει τη σκηνοθέτη όχι την εξαιρετική ηθοποιό). Σαφώς τα σκηνικά και ο περιβάλλον εξωτερικός χώρος εμπνέουν και δημιουργούν το ασφυκτικό κλίμα της ελληνικής επαρχίας τότε που μέσα της έπνιγε όχι μόνο τις γυναίκες αλλά και τους άνδρες. Θα πρέπει όμως να σταθούμε και να αναλύσουμε αν τελικά αυτό το φιλμ αποτελεί μια μεταφορά της «Φόνισσας» ή με αφορμή το βιβλίο στήνεται μια καινούργια, διαφορετική ταινία που συνειδητά παίρνει θέση μακριά από τα νόημα του έργου του Παπαδιαμάντη για να δώσει νέα, δικά του νοήματα-υποκειμενικές προεκτάσεις . Και προφανώς -κατά τη σκέψη μας- ισχύει το δεύτερο. Το αρχικό υποχωρεί προς χάρη του νεωτερισμού. Είναι όμως τελικά η παραχάραξη του πνεύματος του βιβλίου εδώ ένας κινηματογραφικός νεωτερισμός ή μήπως καλύτερα είναι ένας νεόδμητος πειραματισμός με κουραστικές επαναλήψεις ; Εντάξει, το εμπεδώσαμε, οι άνδρες είναι τύραννοι και οι γυναίκες δούλες, όμως ηθογραφικό δράμα –σκιαγράφηση μιας εποχής δεν υπάρχει, μονάχα μια καταγγελία που ταιριάζει απόλυτα με τη δίχως λόγο κραυγή της Καραμπέτη στο φινάλε.

Εν κατακλείδι, έχουμε να κάνουμε με μια σούπερ παραγωγή σε σχέση με τα ονόματα που παίζουν τους βασικούς ρόλους (τους αποδίδουν μονοκόμματα) και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για να στηθεί η μεταφορά του βιβλίου (αλλά με τόση «κλειστή» σκηνοθεσία δεν αξιοποιούνται ). Σήμερα, που το κοινό είναι εθισμένο σε κάτω από το μέτριο τηλεοπτικά δράματα ανούσιας τηλεόρασης (τύπου Σασμός, Γη της ελιάς κλπ) και αδιάφορο προς την αληθινή ρηξικέλευθη τηλεόραση που τσακίζει κόκαλα (Milky way) ίσως ταινίες όπως η «Φόνισσα» κάνουν καριέρα και σε κάθε περίπτωση επιτύχουν να κόψουν εισιτήρια, κάτι που έχει ανάγκη ο πολύπαθος ελληνικός κινηματογράφος.

Τα βιβλία όμως τύπου Φόνισσας Φραγκογιαννούς, καλό είναι να μην τα πειράζουν. Ή να το σκέφτονται δυο και τρεις φόρες πριν το κάνουν. Ας θυμηθούμε τι είπε σχετικά ο μεγάλος δάσκαλος του σινεμά, Αντρέι Ταρκόφσκι: «Τα βιβλία που είναι αριστουργήματα μόνο κάποιος που αδιαφορεί για την τέχνη θα θελήσει να τα μεταφέρει στην οθόνη…» («Σμιλεύοντας το χρόνο», εκδ. Νεφέλη).

Ποιος έχει ανάγκη λοιπόν τον «καθαρόαιμο» Παπαδιαμάντη σήμερα; Και γιατί; Αν όλα αλλάζουν, αν όλα «μεταφέρονται», αν τα πάντα αλληθωρίζουν προς την αισθητική Netflix και μπορούν να ειπωθούν μέσα από το νεωτεριστικό πνεύμα, αν ο θεατής προορίζεται μόνο για αμέτοχος καταναλωτής του προϊόντος, τότε μπορεί και να βρισκόμαστε σε μια νέα διασταύρωση του σινεμά προς καινούργιους δρόμους, πιθανά όμως αδιάφορους για τον τελικό αποδέκτη για τον οποίο γίνονται όλα αυτά και που δεν είναι παρά ο θεατής μόνος του μέσα στη σκοτεινή αίθουσα.

Σχολιάστε