My Twitter Feed

30 Μαΐου, 2024

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Επίσκεψη ουσίας Παπαδημούλη -

Πέμπτη, 30 Μαΐου, 2024

ΓΝΚ: Αφέθηκε στη τύχη του! -

Τετάρτη, 29 Μαΐου, 2024

Καταγγέλλουν διώξεις μαθητών! -

Τρίτη, 28 Μαΐου, 2024

ΓΝΚ: Έκτακτη επίσκεψη Γιαννακού -

Τρίτη, 28 Μαΐου, 2024

Υποστελεχωμένη η Πυροσβεστική -

Δευτέρα, 27 Μαΐου, 2024

ΚΚΕ: Φορτσάρει ενόψει εκλογών -

Δευτέρα, 27 Μαΐου, 2024

Έφυγε ο ευεργέτης της Αξιούπολης -

Δευτέρα, 27 Μαΐου, 2024

Παρέμβαση ΠΟΕΔΗΝ για το ΓΝΚ -

Δευτέρα, 27 Μαΐου, 2024

Οι θησαυροκυνηγοί – Μέρος 3ο

Του Θανάση Βαφειάδη.


Κυνηγοί και θησαυροκυνηγοί δεν διαφέρουν και πολύ και συνεπώς δεν ισχύει γι’ αυτούς η παλαιότερη παροιμιακή σύγκριση με το φάντη και το ρετσινόλαδο ή η νεότερη εκδοχή με τα σώβρακα και τις γραβάτες.

Κατ’ αρχήν είναι αναρίθμητοι, στρατιές ολόκληρες, και επιπλέον είναι διαβαθμισμένοι σε κατηγορίες, από τους αρχάριους και τους ερασιτέχνες μέχρι τους επαγγελματίες, που είναι χρόνια στο κουρμπέτι και έχουν διανύσει χιλιάδες χιλιομέτρων, αφού και στις δυο περιπτώσεις η εξαντλητική πεζοπορία στη φύση και κυρίως στα βουνά χαρακτηρίζει την ενασχόλησή τους.

Ένας υψηλός πυρετός καταλαμβάνει το μυαλό τους όταν αναζητούν το θήραμα ή το θησαυρό, πυρετός που δεν πέφτει με αντιπυρετικά, όπως το ντεπόν, που άλλοτε υπήρχαν εν αφθονία στα φαρμακεία, αλλά σήμερα τείνουν να εκλείψουν εντελώς.

Είναι πάντοτε εφοδιασμένοι με τον απαιτούμενο εξοπλισμό, όπλα, σφαίρες και κυνηγετικά σκυλιά οι μεν, ανιχνευτές μετάλλων, σκαπανικά και χάρτες του κρυμμένου θησαυρού οι δε.

Το μόνο που δεν ισχύει δι’ αμφοτέρους είναι η παροιμία «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο, εννιά φορές είναι αδειανό και μια φορά γεμάτο», αφού για τους θησαυροκυνηγούς το ποσοστό επιτυχίας δε μετριέται ούτε καν επί τοις χιλίοις.

Τι κάνει όμως τους θησαυροκυνηγούς ή χρυσοερευνητές όπως αυτοαποκαλούνται να πλημμυρίζουν δάση, πλαγιές, χαράδρες, λόφους ή ερειπωμένα σπίτια που ανά πάσα στιγμή κινδυνεύει να πέσει η οροφή και να τους πλακώσει και δεν υπάρχει ο μάστορας για να φωνάξει στο βοηθό του «Βάρδα ρε μπούρδα Καραβάγγο», όπως στη γνωστή ταινία «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα»;

Η μόνη εξήγηση είναι ότι υπάρχει ελπίδα ανεύρεσης και ως γνωστόν η ελπίδα πεθαίνει τελευταία ή για την ακρίβεια προτελευταία, αφού η τελευταία που θα πεθάνει είναι η Σαπουντζάκη.

Η αλήθεια είναι ότι θησαυροί έχουν κατά καιρούς βρεθεί στο Κιλκίς, όπως συνέβη το 1974 όταν εργάτες έσκαβαν για να θεμελιώσουν το 4ο δημοτικό και βρήκαν λίρες, που ενθυλακώθηκαν εν ριπή οφθαλμού. Άλλη μια γνωστή περίπτωση στις αρχές του 1990 ήταν με την κατεδάφιση του οικήματος των αδελφών Πιαμάνη στην οδό Θεσσαλονίκης όταν λίρες, κρυμμένες σε ένα τενεκεδένιο κουτί στον τοίχο που κατέπεσε ανακατεύτηκαν με τα συντρίμμια και οι θησαυροθήρες της πόλης αλλόφρονες έτρεχαν στους χώρους απόρριψης μπάζων, που ανεξέλεγκτοι υπήρχαν σε διάφορα σημεία περιμετρικά του Κιλκίς. Για την ιστορία του Μυριόφυτου, που η εκσκαφή έγινε παρουσία του Νομάρχη, εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και πλήθους κόσμου και κατέληξε στη μάντρα του νεκροταφείου του χωριού και στη συνέχεια μπροστά σε κάποιο τάφο δε θα αναφερθώ με λεπτομέρειες γιατί τη βρίσκω θλιβερή.

Πιο πολύ με ενδιαφέρουν οι παλιές ιστορίες, όπως του 1928 με τον παλιό Βούλγαρο ιδιοκτήτη του σπιτιού στην οδό Σουρή 3 που έμενε η οικογένεια του μεγάλου μας συγγραφέα Χρήστου Σαμουηλίδη. Το περιστατικό αυτό με την ανεύρεση του θησαυρού στον κήπο του σπιτιού περιγράφεται στα βιβλία του «Πολιτεία του Βορρά» και «Στους πέντε ανέμους του Καυκάσου».

Δυο ακόμη τέτοιες προπολεμικές ιστορίες περιέχονται στο βιβλίο μου ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ 1913-1940. Στην πρώτη δυο Βούλγαροι θησαυροθήρες στην αίτησή τους προς τη νομαρχία Κιλκίς, με την οποία ζητούσαν άδεια ερευνών για ανεύρεση θησαυρού έγραφαν: «Τόσον ο λοχίας Πέρσιτς όσον και ημείς υπηρετούσαμε εις το 3ον τάγμα πεζικού του Συντάγματος Ίλλιντεν, ως Μακεδόνες πρόσκοποι. Μια νύχτα που σκάβαμε χαρακώματα μπροστά από τον Γκραν Κουρονέ υπό την οδηγίαν του λοχίου Πέρσιτς βρήκαμε πέντε γκαζοτενεκέδες γεμάτους χρυσές τουρκικές λίρες. Μετά από σύντομη συνεννόηση σκεπάσαμε καλά το μέρος εκείνο. Αν ζούσαμε, θα γυρίζαμε μετά τον πόλεμο να πάρουμε τον θησαυρό. Μια σφαίρα όμως βρήκε τον λοχία μας και έπεσε νεκρός. Τον θάψαμε εκεί. Τώρα ζητούμε άδεια ανασκαφών…».

Όπως γίνεται πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις ο θαμμένος θησαυρός δεν έρχεται στην επιφάνεια, ξεθάβεται όμως η εντυπωσιακή ιστορία που τον συνοδεύει. Ποια ήταν, όμως, η ιστορία του αμύθητου αυτού θησαυρού που οι Βούλγαροι και οι Έλληνες συνοδοί τους αναζητούσαν στα υψώματα που έγινε μια από τις σπουδαιότερες μάχες του Α’ Παγκοσμίου πολέμου; Σύμφωνα με το θρύλο το 1847 ή το 1867 πολυμελής ληστρική συμμορία είχε αρπάξει το ασύλληπτο ποσό των 30.000.000 λιρών από τα υπόγεια του αυτοκρατορικού ταμείου και τις είχε μεταφέρει – άγνωστο πώς – στο Κιλκίς. Στη συνέχεια οι ληστές μετέφεραν το θησαυρό στην περιοχή της Κορώνας και τον έθαψαν προσωρινά με σκοπό να τον ανασύρουν εν ευθέτω χρόνο. Η συνέχεια ήταν η αναμενόμενη. Αφού οι δυο Βούλγαροι και οι οκτώ Θεσσαλονικείς συνεταίροι τους ανέσκαψαν την περιοχή, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, από ραβδοσκόπους μέχρι ονειρομάντεις, απογοητεύτηκαν και τα παράτησαν. Μαζί με το χρόνο τους ξόδεψαν και 150.000 δρχ αλλά τουλάχιστον κέρδισαν μια ανεπανάληπτη εμπειρία στα βουνά του Κιλκίς. (Επί τα ίχνη των θησαυροθήρων στα βουνά και τες χαράδρες του Κιλκίς, ΦΩΣ 29-10-1937).

Στη δεύτερη, που συνέβη πάλι το 1937 στο χωριό Βάλτοι (Καμπάνη), μια ομάδα θησαυροκυνηγών άλλα έψαχνε και άλλα βρήκε. Η ιστορία του θησαυρού αυτού δεν ήταν τόσο εντυπωσιακή όσο η προηγούμενη, είχε όμως το ενδιαφέρον της. Σύμφωνα με έναν εκ των τριών θησαυροκυνηγών ο πατέρας του, που ήταν Μακεδονομάχος, το 1905 είχε δει σε όνειρό του την ακριβή θέση του θησαυρού που ήταν θαμμένος ανάμεσα σε τρία δέντρα. Όταν προσπάθησε να τον ανασύρει συνελήφθη από ενεδρεύον απόσπασμα και απέτυχε του σκοπού του. Το οικογενειακό αυτό μυστικό οδήγησε τους τρεις θησαυροθήρες στη θέση «Βρύσες» των Βάλτων. Οι κάτοικοι του χωριού αναστατώθηκαν, αρκετοί όμως από αυτούς βγήκαν κερδισμένοι αφού εξασφάλισαν κάποια μεροκάματα σκάβοντας στην παραπάνω τοποθεσία. Η σκαπάνη των χωρικών σύντομα προσέκρουσε σε έναν διαφορετικό θησαυρό, ο οποίος όμως μπορούσε να ενθουσιάσει μόνο τους αρχαιολόγους και τους αρχαιολάτρες. Ήταν τα ερείπια μιας βυζαντινής εκκλησίας ή του «καθολικού» κάποιας μονής, καθώς εκτός από τα κιονόκρανα, τις χαραγμένες με σταυρούς πλάκες και τον μαρμάρινο τάφο πίσω από το ιερό, βρέθηκαν και ερείπια κελιών ή ξενώνων και μαρμάρινοι παραστάδες πυλών και παραθύρων. (Η σκαπάνη ζητεί χρυσόν και ανακαλύπτει βυζαντινήν εκκλησίαν, ΦΩΣ 30-10-1937). Ο έφορος αρχαιοτήτων Κοτζιάς που κλήθηκε να εξετάσει ευρήματα ούτε στα όνειρα του δε θα ήλπιζε σε τέτοια τύχη, οι θησαυροκυνηγοί, όμως, θα έπρεπε να μάθουν εφεξής να μην εμπιστεύονται τα όνειρα. Κι αν τα εμπιστεύονται θα πρέπει να τηρήσουν απόλυτη μυστικότητα γιατί διαφορετικά, όπως λένε οι λαϊκές παραδόσεις, ο θησαυρός μεταβάλλεται σε κάρβουνα. Εξ ου και η γνωστή φράση «άνθρακες ο θησαυρός».

Ανάρτηση στο facebook

Σχολιάστε