My Twitter Feed

2 Απρίλιος, 2019

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Νοσοκομεία: Ιδού τα προβλήματα -

Τρίτη, 2 Απρίλιος, 2019

Συγκέντρωση για Υγεία – Παιδεία -

Τρίτη, 2 Απρίλιος, 2019

Αλέξανδρος: Απίστευτο φινάλε! -

Δευτέρα, 1 Απρίλιος, 2019

Προσλήψεις σε Εφορεία Κιλκίς -

Δευτέρα, 1 Απρίλιος, 2019

Επίσκεψη σε Εφορία Αρχαιοτήτων -

Δευτέρα, 1 Απρίλιος, 2019

«Συμμετέχω» σε ΔΕΥΑΚ/Βιολογικό -

Δευτέρα, 1 Απρίλιος, 2019

Πρώτιστα o κοινωνικός δήμος -

Δευτέρα, 1 Απρίλιος, 2019

Ο Τσαντάκης στη ΒΙΠΕ Νέας Σάντας -

Δευτέρα, 1 Απρίλιος, 2019

Να κεφαλαιοποιηθεί η ιστορία των…

…υποπολιτιστικών δικτύων της Θεσσαλονίκης.

Του Όμηρου Ταχμαζίδη*


Το θέρος του 1971, ο νεαρός Νίκος Παπάζογλου αναλαμβάνει με κάποιους φίλους του ένα ταξίδι προς την τότε «δυτική» Ευρώπη, μέσω της «αδέσμευτης» Γιουγκοσλαβίας. Σε ένα ταχυδρομικό δελτάριο που έχει αποστείλει από το Dubrovnik της Δαλματίας προς έναν φίλο του διαβάζουμε: «Εδώ και τρεις μέρες στη Γιουγκοσλαβία. Έχουμε κάνει μια καταπληκτική διαδρομή πάνω απ΄ τα βουνά. Βγήκαμε τώρα στην παραλία. Τ΄ αμάξι μια χαρά» (Τετάρτη 16 Ιουνίου 1971)

Λίγες μέρες αργότερα, συγκεκριμένα τη Δευτέρα 21 Ιουνίου 1971 ακολουθεί μια επιστολή από τη Βιέννη προς τον ίδιο φίλο, το γνωστό στους κύκλους των  επονομαζόμενων «γιεγιέδων», μετά αναφερόμενων ως φίλων της «ποπ-μουσικής» και πολύ αργότερα «ροκάδων» κιθαρίστα Γιάννη Καντζό, όπου ο Νίκος Παπάζογλου σημειώνει διάφορα ενδιαφέροντα για την νοοτροπία και τη συνείδηση των νέων της εποχής. Από την επιστολή συνάγεται ότι ο Νίκος Παπάζογλου κατευθύνεται προς τη Μεγάλη Βρετανία και το Λονδίνο μέσω Παρισιού. Εκεί έχει δώσει ραντεβού για να συναντήσει έναν φίλο, στην «Trafalgar sq. που θα περιμένω τον ψηλό κάθε μέρα στις 14:00 ύστερα από την 1η Ιουλίου».

Ο Νίκος Παπάζογλου αναφέρεται και στον «προγραμματισμό» του ταξιδιού του: «… θα πάω Αγγλία γιατί θα πάω τζάμπα, και μετά πίσω στη Γερμανία σ΄  ένα μικρό μέρος κοντά στα σύνορα που είναι ένας φίλος και φυσάει γυαλί να καθίσω για λίγο κοντά του να μάθω αν μπορώ». Αναφέρει το ενδεχόμενο να ανέβει μέχρι τη Φρανκφούρτη όπου βρίσκονται δύο γνωστοί από την Θεσσαλονίκη, αλλά το ενδιαφέρον είναι η εντύπωση που έχει αποκομίσει ο νεαρός Νίκος Παπάζογλου από αυτή την πρώτη του έξοδο στην «Ευρώπη»: «Εδώ βρίσκω καταπληκτικά πράματα σχετικά μ΄ όσα σκεφτόμαστε και τα σχεδιάσω ή τα φωτογραφίζω. Θαρρείς και ζω σε παράδεισο». Και σε άλλο σημείο φαίνεται ξεκάθαρα το πολιτιστικό σοκ, το οποίο υπέστη ο μετέπειτα γνωστός τραγουδιστής: «Ξοδεύω πάρα πολύ λίγα λεφτά και αυτά μόνο για φαΐ και ύπνο, και πάντα βρίσκω τους φτηνότερους τρόπους. Θέλω να κρατηθώ όσο γίνεται πιο πολύ σ΄ αυτόν τον κόσμο. Είναι σαν όνειρο».

Το ταξίδι και αυτά που βλέπει φαίνεται να τον ωριμάζουν: «Όλα αυτά με τους Τόττηδες και το χαβαλέ που κάναμε στη Θεσσαλονίκη μου φαίνονται τώρα τόσο γελοία, τόσο μακρινά!» Και συνεχίζει: «Υπάρχουν τόσα πράγματα να κάνουμε … κι ο κόσμος όλος βρίσκεται πραγματικά σ΄ οργασμό. Πρέπει να βιαστούμε, αλλιώς θα καταδικαστούμε σε μια μικρή Ελλάδα που δεν μπορεί στην πραγματικότητα να σου δώσει τίποτε». Η Ελλάδα της «χούντας» δεν έχει να δώσει τίποτε, κατά την κρίση ενός ανήσυχου νέου της εποχής. Η σύγκριση με τους νέους στο εξωτερικό είναι συντριπτική και ο Νίκος Παπάζογλου έρχεται αντιμέτωπος με αυτή την κατάσταση, μακριά από το «χαβαλέ» στην καφετέρια του Τόττη στην Θεσσαλονίκη: «Υπάρχουν παιδιά εδώ στο χόστελ, που κάτω από τις γενειάδες και τα μακριά μαλλιά κρύβουν τόσες γνώσεις, που σε κάνουν να γονατίζεις». Και αυτή η έλλειψη γνώσης είναι «κυρίως το πράμα που εμείς είμαστε πίσω. Αυτοί είναι παιδιά του καιρού τους. Τρέχουν συνέχεια από πίσω του και δεν τον αφήνουν να τους ξεπεράσει. Πρέπει να βιαστούμε… Θα μας φάει η μαρμάγκα και το ποδόσφαιρο και το μπουζούκι». Εδώ ο Νίκος Παπάζογλου έχει επίγνωση του ρόλου που έχει το ποδόσφαιρο για το καθεστώς της «χούντας», αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η αρνητική αναφορά στο «μπουζούκι». Πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του τον εκχυδαϊσμό του «μπουζουκιού» και της κουλτούρας των νυχτομάγαζων που κυριαρχεί την περίοδο της «χούντας» ώστε να αντιληφθεί αυτή την απόρριψη. Ο προσφυγικής καταγωγής τραγουδιστής θα προσπαθήσει αργότερα να «συζεύξει» το «ανατολίτικο» στοιχείο του μπουζουκιού με το «δυτικό» της ποπ-μουσικής. Ο Νίκος Παπάζογλου κλείνει την επιστολή του με μια χαρακτηριστική φράση που καταγράφει τα στενά όρια της Ελλάδας της δικτατορίας και τον πνιγμό που αισθανόταν η νέα γενιά εντός της:  «Ταξιδεύω με τα μάτια ανοιχτά. Αυτό δεν είναι ταξίδι στο χώρο, είναι ταξίδι στο χρόνο».

Για τους «γιεγιέδες» έχω κάνει στο παρελθόν μια εισήγηση σε επιστημονικό συνέδριο του Ιδρύματος Λεντάκη. Στο προσωπικό μου αρχείο έχω αρκετό υλικό, ενώ γνωρίζω ότι υλικό για την μουσική γενικώς κίνηση των νέων της εποχής έχουν και διάφοροι άλλοι Θεσσαλονικείς. Το ζήτημα ήταν και συνεχίζει να είναι πως μπορεί να αξιοποιηθεί και να κεφαλαιοποηθεί αυτό το υλικό. Ο Νίκος Παπάζογλου εκδήμησε, όπως και ο παραλήπτης των επιστολών στις οποίες αναφέρθηκα παραπάνω, ο κιθαρίστας – κατά τα λεγόμενα ο καλύτερος της εποχής – Γιάννης Καντζός. Στη σχετική βιβλιογραφία τονίζεται αυτό το στοιχείο συνεχώς. Δεν έχουμε ωστόσο ηχογραφημένο υλικό από το «παίξιμό» του. Δεν έχουμε;

Και από εδώ αρχίζει να εμπλέκεται η δημοτική πολιτική με τη μουσική και την κοινωνική δράση αυτής της γενιάς των Θεσσαλονικέων. Οι περισσότεροι με τους οποίους έχω μιλήσει για το ζήτημα της αξιοποίησης – η «δημιουργική οικονομία» που ευαγγελιζόμαστε ως Δημοτική Κίνηση Θεσσαλονίκης «Υψίπολις» με υποψήφιο δήμαρχο τον Γρηγόρη Ζαρωτιάδη κεφαλαιοποιεί κάθε λεπτομέρεια του παρελθόντος και του παρόντος της  πόλης – φέρνουν ως πρόσχημα το γεγονός ότι υπάρχει μια στενή σύνδεση της όλης νεανικής μουσικής κίνησης με το καθεστώς της χούντας. Αυτό είναι ορθό όσον αφορά το ελεγχόμενο κρατικό ραδιόφωνο και τους παραγωγούς και παρουσιαστές του – ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση του Ηλία Πανά, ο οποίος αργότερα εντάχθηκε στο Δημοτικό Ραδιόφωνο κατά την περίοδο του καθεστώτος Κούβελα-Κοσμόπουλου-Δημητριάδη-Παπαγεωργόπουλου – οι οποίοι λειτουργούσαν ως το μακρύ χέρι των στρατοκρατικών μηχανισμών στον έλεγχο κάθε αμφισβήτησης που συνδεόταν με την εισαγόμενη νεανική μουσική, τα λεγόμενα «ξένα». Αλλά είναι ολότελα εσφαλμένο αν ιδωθεί από την πλευρά της συγκρότησης «ταυτότητας» σε μια σειρά γενιών που αρχίζει με τους γιεγιέδες και φτάνει μέχρι τις αρχές του 1990. Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει το πρώιμο έργο του Θεσσαλονικιού ποιητή Σταύρου Ζαφειρίου, αν δεν πιάσει το νήμα από την αρχή… τουλάχιστον από την ελληνική εκδοχή της Beatlemania.

Θεωρώ ότι ήλθε η ώρα να συζητήσουμε στα σοβαρά τον τρόπο αξιοποίησης και κεφαλαιοποίησης αυτής της πλευράς της σύγχρονης ιστορίας της Θεσσαλονίκης, αλλά και της ενσωμάτωσης των νέων γενεών στις διαδικασίες εκκοινώνισης μιας ανοικτής δημοκρατικής κοινωνίας. Και το όλο εγχείρημα να συνδεθεί με την «δημιουργική οικονομία». Η αρχή μπορεί να γίνει με την ίδρυση ενός Κέντρου Μελετών  για τα υποπολιτιστικά δίκτυα της νεολαίας αφιερωμένο στους πρωτοπόρους του είδους και να λάβει το όνομα του ανεπανάληπτου Νίκου Παπάζογλου.

*Υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την ΔΚΘ «Υψίπολις» και υποψήφιο δήμαρχο Θεσσαλονίκης τον Γρηγόρη Ζαρωτιάδη.

Σχολιάστε