My Twitter Feed

8 Μαΐου, 2024

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

ΠΑΣΟΚ: Το πρόγραμμα ομιλιών -

Τετάρτη, 8 Μαΐου, 2024

3,8 εκ. για συντήρηση δρόμων -

Τρίτη, 30 Απριλίου, 2024

Στη Βουλή οι διακοπές σε φ/β -

Τρίτη, 30 Απριλίου, 2024

ΑΔΕΔΥ: Όλοι σε απεργία 1ης Μάη -

Τρίτη, 30 Απριλίου, 2024

Κάλεσμα φορέων για τη 1η Μάη -

Τρίτη, 30 Απριλίου, 2024

ΑΟΚ: Απίστευτη ανατροπή από το ΙΕΚ ΔΕΛΤΑ -

Κυριακή, 28 Απριλίου, 2024

Βροντερό “παρών” για την Υγεία -

Σάββατο, 27 Απριλίου, 2024

Ερώτηση ΚΚΕ για τη Παθολογική -

Παρασκευή, 26 Απριλίου, 2024

Κριτική ταινιών από τον Γ. Τσιτσίμη

To ΚΙΛΚΙΣ24 αισθάνεται ιδιαίτερη χαρά και τιμή που από σήμερα ξεκινά μια νέα συνεργασία. Ο καλός φίλος και εξαιρετικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και άλλα πολλά καθότι ανεξάντλητος, Γιάννης Τσιτσίμης, ξεκινά την κριτική των νέων ταινιών που προβάλλονται στις αίθουσες, αναμένοντας και την έγκριση της εγγραφής του στο πανελλήνιο σωματείο των κριτικών.

Θεωρούμε ότι οι κριτικές του Γιάννη θα αποτελέσουν ΄μια πολύ χρήσιμη πηγή πληροφόρησης για όλους τους κινηματογραφόφιλους, τώρα που εκτός από τις αίθουσες υπάρχουν πια και οι διαδικτυακές πλατφόρμες.

Ξεκινάμε, λοιπόν!

Τα πνεύματα του Ινισέριν (The Banshees Of Inisherin)

Σκηνοθεσία: Μάρτιν Μακντόνα

2022, Αγγλία, Ιρλανδία-120΄.

Με το προηγούμενό του φιλμ «Οι Τρεις Πινακίδες Εξω από το Εμπινγκ στο Μιζούρι» (2017) ο Μάρτιν Μακντόνα έδειξε τις προθέσεις του: σινεμά άμεσο με εμβάθυνση στους χαρακτήρες που τοποθετούνται σε δύσκολες έως και ακραίες καταστάσεις και συμπεριφορές. Τούτη τη φορά διαλέγει δύο φίλους (εξαιρετικοί οι Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίζον) που ζουν στο αποκομμένο νησί του Inisherin πολύ κοντά στις ιρλανδικές ακτές την εποχή που ο ιρλανδικός εμφύλιος καθολικών-προτεσταντών με την ενορχήστρωση της Αγγλίας μαίνεται άγριος κι επώδυνος για όλο το έθνος της Iρλανδίας (1921-1923).

Και ο ένας φίλος αποφασίζει να διακόψει τελείως , οριστικά κι απότομα τη φιλία του με τον άλλο καθώς θέλει να περάσει πιο δημιουργικά τον χρόνο του από τις κοινές ρουτινιασμένες καθημερινές συνήθειες και των δύο. Αυτήν την ιστορία τοποθετεί ο σκηνοθέτης μέσα σε ένα σκηνικό τυπικά ιρλανδικό με βροχή, πράσινη ύπαιθρο, ζώα στα χωράφια, μάγισσες, παμπ , μπίρες, μοναξιά, χωμάτινους δρόμους μέσα στα χωράφια και ένα μικρό σκορπιοχώρι που οι ζωές των ανθρώπων ταρακουνιούνται από τις απέναντι εκρήξεις, κανονιοβολισμούς και μάχες του πολέμου που φτάνει μόνο ως ήχος στ’ αυτιά τους.

Με διακριτό το στοιχείο της μαύρης κωμωδίας αλλά και του συμβολισμού για μια Ιρλανδία ανάπηρη που ζει σαν αυτόχειρας καταστρέφοντας δίχως λόγο τα πάντα γύρω της, ο Μακντόνα μιλά για το τέλος της φιλίας βάζοντας το μεγάλο ερώτημα αν πραγματικά μπορεί να υπάρξει φιλία αληθινή και απόλυτα ειλικρινής, αν μπορεί πραγματικά να χωρέσει και να ριζώσει ανάμεσα στους εγωισμούς και τις μικρότητες των ανθρώπων ιδιαίτερα σε μια κλειστή κοινωνία ενός νησιού: αν ένας εμφύλιος στρατιωτικός μαίνεται λίγο πιο μακριά, ένας άλλος εμφύλιος, αυτός της ανθρωπιάς και της αποξένωσης μαίνεται σαν φλόγα μέσα στις ψυχές του Ινισέριν.

Πέρα από στοιχείο της μαύρης κωμωδίας με διάθεση σάτιρας που γρήγορα υποχωρεί δίνοντας ένταση στο δράμα των χαρακτήρων, η ταινία χρησιμοποιεί εκπληκτικά το κάδρο με τη δυναμική του τοπίου. Πρόκειται για μια κινηματογραφική τοπογραφία που συντελεί και συναινεί στην ανάδειξη της ιστορίας, ένα μάθημα για πολλούς ίσως Έλληνες σκηνοθέτες που αδυνατούν να κάνουν την ελάχιστη έστω χρήση του τοπίου και να υποστηρίξουν τις ταινίες τους, στοιχείο που φάνηκε φέτος και σε καινούργιες ταινίες όπως «ησυχία 6-9» ή στο «πίσω από τις θημωνιές».

Τι μπορεί λοιπόν να ορίσει τους κανόνες μιας φιλίας; Κι αν οι κανόνες αυτοί δεν υφίστανται παρά μόνο ως στοιχείο παράλογο, τότε τι θα απομείνει από το πέρασμα μιας φιλίας; Γιατί η φιλία οριοθετείται από τον χρόνο και γιατί δεν είναι εύκολο να ευδοκιμήσει ανάμεσα στα αντίθετα φύλα; Δεν είναι τόσο απλό να δώσει τις απαντήσεις μια ταινία και μάλιστα ιρλανδικής παραγωγής, μπορεί όμως –και εδώ ο Μακντόνα το κάνει αριστοτεχνικά- να υποβάλλει (για σκεπτόμενους θεατές και όχι Avatarτζήδες) μία θέση: η αληθινή φιλία δεν πεθαίνει ποτέ. Όσα λόγια άσχημα κι αν ειπωθούν, όσα δάκτυλα κι αν ματώσουν κομμένα, όσα μοναχικά βράδια έρθουν να σε στοιχειώσουν, υπάρχουν άνθρωποι που τους αγάπησες κι αυτοί σ’ αγάπησαν χωρίς ιδιοτέλεια αλλά με απλές καθημερινές πράξεις. Κι αυτό δεν αλλάζει.

Δείτε λοιπόν την ταινία σε μια εποχή που τα φιλμ προβάλλονται πλέον σε άδεια καθίσματα και παράλληλα σκεφτείτε πως και οι ήρωες του Μπέκετ στα έργα του την ίδια αφάνεια βιώνουν, την ίδια απελπισία, την ίδια δικιά τους καταστροφή. Μα στέκονται πάντα εκεί, πάντα όρθιοι. Και περιμένουν…

Παίζουν: Colin FarrellPadraic Suilleabhain

Brendan Gleeson … Colm Doherty

Kerry Condon … Siobhan Suilleabhain

Barry Keoghan … Dominic Kearney

Pat Shortt … Jonjo Devine

  • ΣκηνοθεσίαΣενάριο: Martin McDonagh
  • Παραγωγή: Graham Broadbent, Peter Czernin, Martin McDonagh
  • Μουσική: Carter Burwell
  • Φωτογραφία: Ben Davis
  • Μοντάζ: Mikkel E.G. Nielsen

LIVING

Σκηνοθεσία: Όλιβερ Ερμάνους

Μ. Βρετανία, Ιαπωνία. 2022. Διάρκεια: 102΄.

Αντιμέτωποι με το αριστούργημα της ζωής που ανασαίνει.

Η ζωή που χάνεται. Κι όμως μέχρι την τελευταία ανάσα, ελπίζει, δημιουργεί, ονειρεύεται. Όπως έλεγε κι εκείνη η παλιά ταινία με τον Άντι Γκαρσία, «πράγματα που θα κάνουμε όταν πια θα είμαστε νεκροί*». Κι αυτό είναι που έχει νόημα μέσα στο-αλήθεια και γιατί όχι;-ακαδημαϊκού τύπου και σοφιστικέ γυρίσματος φιλμ από ένα σκηνοθέτη στην καταγωγή νοτιοαφρικανό, σίγουρα όμως στο πνεύμα της σχολής των «χαμηλών τόνων» (British style). Στο σενάριο – διασκευή συναντάμε τον «πολύ» και βραβευμένο νομπελίστα από το 2017 Καζούο Ισιγκούρο που γνωρίζει ακριβώς τι πράττει για να υποστηρίξει το φιλμ κι άλλωστε το έχει ξανακάνει καταπληκτικά και στο παρελθόν (πχ στο δικό του βιβλίο «Απομεινάρια μιας ημέρας»).

Αλλά το θέμα μας δεν είναι εκεί, στον τρόπο του γυρίσματος τουλάχιστον σε αυτήν την ταινία. Ούτε στο αρχικό φιλμ του Κουροσάουα που αποτέλεσε και την έμπνευση για τη διασκευή εδώ

( πρόκειται για την ταινία «Ο καταδικασμένος» του 1952 που με τη σειρά της στηρίχτηκε στη νουβέλα του Τολστόι «ο θάνατος του Ιβάν Ιλιτς»). Το θέμα μας είναι τι συμβαίνει με μια ζωή που τελειώνει με την ανακοίνωση του τέλους της πορείας πάνω στον υπάρχοντα κόσμο.

Ο κύριος Γουίλιαμς, συντηρητικός βρετανός δημοτικός υπάλληλος με θέση τμηματάρχη, ντυμένος επί δεκαετίες με το σκουρόχρωμο σακάκι και το καπέλο του κυκλοφορεί εγκλωβισμένος σε μια ζωή ρουτίνα –σπίτι, γραφείο, σπίτι και κάθε Τρίτη σινεμά- κι απόλυτα προγραμματισμένη ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες ζωές ίδιου τύπου σα να βγήκαν όλοι από μηχάνημα που έχει εντολή να «κόβει» πανομοιότυπους, άκαμπτους, αποστειρωμένους γραφειοκράτες. Μια ζωή απαράλλακτα ίδια, γεμάτη τυπικότητες κι αβροφροσύνες ολότελα αστική, ψυχρή κι επαναλαμβανόμενη σε ένα ρυθμό αέναο που ωστόσο ναι, ξαφνικά μπορεί να ραγίσει.

Ο κύριος Γουίλιαμς-που τον ερμηνεύει καθηλωτικά κι ατάραχα ο σπουδαίος Μπίλι Νάι- όταν μαθαίνει πως έχει το πολύ έξι-επτά μήνες ζωή δε συνειδητοποιεί απλώς ότι θα πεθάνει. Συνειδητοποιεί πως δεν έζησε ποτέ. Ωστόσο ποτέ δεν είναι αργά να ζήσει τη ζωή του κανείς, αυτό να λέγεται.

Αποφασίζει λοιπόν να αναζητήσει λίγο από το άρωμα μιας ζωής που δεν έζησε και φυσικά δε θα προλάβει να ζήσει. Πώς όμως να χωρέσει σε λίγους μήνες την απουσία του που ήταν καθολική σε όλα τα πράγματα των ζωντανών; Ίσως μια βραδιά με τη παρέα ενός συγγραφέα στα καταγώγια του αλκοόλ, ίσως η τρυφερή, άδολη παρέα με μια μοναχική νέα γυναίκα που γυρίζει ανέλπιδη στους δρόμους του Λονδίνου, ίσως μια τελευταία, ύστερη πράξη απέναντι στο τέρας της γραφειοκρατίας που υπηρέτησε επί έτη.

Το αριστουργηματικό σε αυτήν την ταινία είναι ότι δεν καταδικάζει τον κύριο Γουίλιαμς γιατί δεν έζησε, γιατί απομονώθηκε μετά τον θάνατο της γυναίκας του, γιατί αποφάσισε να ζήσει μόνο με τις αναμνήσεις του, γιατί έγινε αυτό που ονειρεύτηκε, ένας στερεότυπος Βρετανός, γιατί δεν έχει πια επαφή με τον μονάκριβο γιο του. Δεν πέφτει σε εύκολα ολισθήματα διδακτικού τύπου αλλά αντιθέτως πηγαίνει πιο βαθιά. Φέρνει τον ήρωα με τρόπο σπαρακτικό αντιμέτωπο με την ίδια του την επιλογή σε μια ζωή που ολισθαίνει, που χάνεται μέσα σε έναν ωκεανό από καθώς πρέπει, από αστισμούς, ματαιοδοξίες, σαλόνια και μπαλκόνια με ασπιδίστρες ** και κουτσομπολιά της γειτονιάς, μιας ζωής που τολμά ακόμη να κοιτάξει κατάματα τον θάνατο μέσα από τα ανθρώπινα, απλά μάτια του Bill Nighy. Γιατί η ζωή σίγουρα δεν είναι μια προετοιμασία για τον θάνατο, είναι όμως μια διαδρομή που αξίζει να την χαρείς όπως κι αν έζησες, όπως κι αν διάλεξες να ζήσεις…

Δείτε το φιλμ που έχει πάρει και υποψηφιότητα Α ανδρικού ρόλου. Είναι κρίμα να παίζονται τέτοια έργα σε άδεια καθίσματα (προσωπικά το είδα σε σινεμά κεντρικό που το είχε μόνο μία ημερήσια προβολή με άλλα 4 άτομα…).

Σκηνοθεσία:Όλιβερ Χερμάνους

Σενάριο:Kazuo Ishiguro

Διεύθυνση φωτογραφίας:Jamie D. Ramsay

Μοντάζ:Chris Wyatt

Ήχος:Stephen Griffiths, Andy Shelley

Μουσική:Emilie Levienaise-Farrouch

Ηθοποιοί:Bill Nighy, Aimee Lou Wood, Alex Sharp, Tom Burke

Παραγωγή:Number 9 Films, Film4, Lipsync Productions, Rocket Science, Filmgate Films, Film i Väst, Media

Παραγωγοί:Stephen Woolley, Elizabeth 

*Ο ακριβής τίτλος της ταινίας είναι «Πράγματα που θα κάνουμε στο Ντένβερ όταν θασαι νεκρός– Things to Do in Denver When You’re Dead» του Gary Flender (1995), ένα εκπληκτικό νέονουάρ φιλμ που στα σινεμά εδώ βαπτίστηκε τελείως άστοχα ως «Οι ωραίοι δεν πεθαίνουν στο Ντένβερ»-έλεος!!!

**Δάνειο σχόλιο από το εκπληκτικό βιβλίο του Τζορτζ Όργουελ «κρατήστε ψηλά την ασπιδίστρα σας» που στην χώρα μας τιτλοφορήθηκε ως… κρατήστε ψηλά (ή σφιχτά) τον μικροαστισμό σας (Keep the Aspidistra Flying)

Στο fast forward (ταινίες λιγότερης προσοχής κατά την άποψή μας)

Holy Spider (σκηνοθεσία: Αλί Αμπάσι, Ιράν-2022/117΄). Ταινία από το Ιράν που θέλει ν’ ακολουθήσει το λεγόμενο ρεύμα το νέου ιρανικού κινηματογράφου και ταυτόχρονα να έχει τη χροιά ενός θρίλερ με πολιτικές προεκτάσεις καθώς παρακολουθεί έναν serial killer φανατικό ισλαμιστή που πνίγει εκδιδόμενες. Αποτυγχάνει ωστόσο καθώς το σενάριο μοιάζει ανολοκλήρωτο, οι χαρακτήρες μισοφτιαγμένοι και οι ερμηνείες τους μέτριες ενώ η μεγάλη διάρκεια του φιλμ και η εμμονή σε σκηνές που επαναλαμβάνονται καταστρέφουν στην πράξη την πρώτη αξία ενός θρίλερ που είναι φυσικά η αγωνία.

Bones and all (σκηνοθεσία: Λούκα Γκουαντανίνο, ΗΠΑ-2022/130’).

Ανούσια ταινία του Γκουαντανίνο που αφού πριν λίγα χρόνια κατέστρεψε το αριστουργηματικό Suspiria του Ντάριο Αρτζέντο σε διασκευή, τώρα συμπληρώνει τον κύκλο της ματαιοδοξίας του να μοιάζει ρηξικέλευθος με αυτό το φιλμ (αλλά δε διαθέτει την παιδεία και τη γνώση για να το κάνει). Στην υπόθεση μια νεαρή κοπέλα αντιλαμβάνεται πως έχει όρεξη για ανθρώπινο κρέας και διαμορφώνει με αργούς ρυθμούς σε σκηνές για σπάσιμο νεύρων για θεατές το… κανιβαλικό της γίγνεσθαι (!!!) σε ένα road movie της συμφοράς όπου το να δολοφονείς ανθρώπους για να τρως καταντά στο τέλος ένα δήθεν σπαραξικάρδιο τηλεδράμα μιας ορφανής που έγινε κανίβαλος για να ζήσει (κακούργα κοινωνία!!!). Το πιο εκπληκτικό σε αυτήν την ιστορία είναι ότι μέρος της ντόπιας κριτικής αποθέωσε την ταινία, έγραψε διθυράμβους για το ανεξάρτητο (…) σινεμά που έρχεται από την Αμερική και άλλα τέτοια τρελά κι αρχίζω πια να αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά στο σάπιο βασίλειο της Δανιμαρκίας…

Σχολιάστε