My Twitter Feed

3 Ιουνίου, 2024

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Κεντρική εκδήλωση με αισιοδοξία -

Κυριακή, 2 Ιουνίου, 2024

Η ΚΕΒΕ τώρα και στη Σερβία -

Σάββατο, 1 Ιουνίου, 2024

Μαστογράφος άνευ μαστογραφιών -

Παρασκευή, 31 Μαΐου, 2024

Ελευθέρια Στίβου στο Στάδιο Κιλκίς -

Παρασκευή, 31 Μαΐου, 2024

Έφυγε νωρίς ο δικός μας Σταυράκης -

Παρασκευή, 31 Μαΐου, 2024

Επίσκεψη ουσίας Παπαδημούλη -

Πέμπτη, 30 Μαΐου, 2024

ΓΝΚ: Αφέθηκε στη τύχη του! -

Τετάρτη, 29 Μαΐου, 2024

Καταγγέλλουν διώξεις μαθητών! -

Τρίτη, 28 Μαΐου, 2024

Θερινά οφθαλμόλουτρα σε…

…παραλίες και ταράτσες.

Του Θανάση Βαφειάδη.


«Είναι το καλοκαίρι. Τώρα που ύστερ’ απ’ τους ανοιξιάτικους οργασμούς, μεστώνουν οι ορμές. Τα δόντια, καθώς δαγκώνουν τους καρπούς, λες και βουτάν σε χυμούς ανθρώπινου κορμιού. Οι επίμονοι ιδρώτες σκορπάν οσμές γονιμικά ερεθιστικές. Τα λεύτερα κορμιά προσφέρονται στο χάδι του άνεμου, του ήλιου, του ματιού. Προκαλούν το άγγισμα του χεριού που θα τα ταράξει. Γυρεύουν την πανίσχυρη συνουσία, που θα τα λυτρώσει από το γενετήσιο εφιάλτη. Είναι το καλοκαίρι». Στο παραπάνω απόσπασμα του Μ. Καραγάτση από τη «ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ» αποτυπώνεται η ερωτική έκρηξη που παρατηρείται τους θερινούς μήνες, καθώς μαζί με τον υδράργυρο ανεβαίνει στα ύψη και η λίμπιντο. Αυτά, βέβαια, ίσχυαν σε παλαιότερες εποχές, αφού σήμερα το μόνο που ανεβαίνει είναι ο υδράργυρος. Η λίμπιντο όχι μόνο δεν ανεβαίνει αλλά πέφτει κατακόρυφα μετά από μια επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ, στο βενζινάδικο ή στις ηλεκτρονικές σελίδες για πληρωμή οφειλών μέσω ΤΑΧΙΣ. Στις οργανωμένες πλαζ με τις ξαπλώστρες στα 40-60 ευρώ η λίμπιντο εξαφανίζεται εντελώς.

Στις παλιές καλές εποχές, λοιπόν, ίσχυε το «έρως, θέρος, πόλεμος» και στον ερωτικό πόλεμο που διεξαγόταν εν μέσω θέρους οι ηδονοβλεψίες δεν θα μπορούσαν να είναι λιποτάκτες. Το καλοκαίρι οι ακροθαλασσιές πλημμύριζαν από ηδονοβλεψίες ή ακούσιους παρατηρητές, που έχοντας τα μάτια τους ανοιχτά σαν της γαρίδας ή ρίχνοντας διακριτικές ματιές στα ημίγυμνα «αντικείμενα του πόθου» τους γέμιζαν με λαγνεία τους οφθαλμούς τους. Αναφέρομαι φυσικά στους έχοντας όρασιν ιέρακος ή τουλάχιστον ικανοποιητική, γιατί οι στραβοί αντί της παραλίας προτιμότερο θα ήταν να πάνε μαζί με τους κουτσούς στον Άγιο Παντελεήμονα, που γιόρταζε χθες.

Αλλά και στις τσιμεντουπόλεις, που το κατακαλόκαιρο άναβαν σαν καμίνι, για τους ηδονοβλεψίες ανοιγόταν πεδίον δόξης λαμπρόν, καθώς οι κάτοικοι τους, αδυνατώντας να κοιμηθούν από την αφόρητη ζέστη, έβγαιναν στις ταράτσες ή τις αυλές και κοιμούνταν «στρωματσάδα». Εκεί γλύτωναν από τον καύσωνα αλλά όχι από τις αδιάκριτες ματιές. Αν οι μπανιστιρτζήδες ήταν τυχεροί απολάμβαναν τα ημίγυμνα γυναικεία μέλη, αν όμως συλλαμβάνονταν αποχωρούσαν με μαυρισμένο το μάτι, όπως περιγράφεται στο παρακάτω άρθρο της εφημερίδας ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΜΕΛΛΟΝ στις 18-7-1935: «Κατά την διάρκειαν της νυκτός μάλιστα, συμβαίνουν πολλά απρόοπτα. Μερικοί λεοντιδείς ή … νηστικοί, ας το πούμε έτσι, από το γυναικείον φρούτο, κάνουν «παγανιά» κατά το λεγόμενον όπου κοιμούνται στο ύπαιθρον και θεώνται τις γάμπες των γυναικών και τα γυμνά των μέλη που ξεσκεπάζονται κατά τη διάρκεια της νυκτός. Αλοίμονον όμως όταν ο κέρβερος αρχηγός της οικογενείας ανοίξη τα μάτια του και αντιληφθή τα βέβηλα βλέμματα… Ούτε ψύλλος στον κόρφο των νυκτερινών επισκεπτών να μην είνε κανείς. Εγείρεται ο κέρβερος και καταδιώκει αυτούς:

-Στη μάννα σας βρε μπάσταρδοι να πάτε…

-Διάλος το γονιό που σας ανέθρεψε.

Εάν δε βάλη και κανέναν από τους βεβήλους στο χέρι, Παναγία μου βοήθα. Και τι να πη. Η μόνη περίπτωσις που δεν χωρεί κανένα δικαιολογητικό…»

Το μπανίζειν στις παραλίες, που σήμερα αποτελεί μια εντελώς ακίνδυνη διαδικασία, παλαιότερα αποτελούσε απονενοημένο διάβημα καθώς το κράτος δια των επισήμων εκπροσώπων του, των χωροφυλάκων, περιφρουρούσε τα αγνά ελληνικά ήθη, λαμβάνοντας δρακόντεια μέτρα. Ο Κώστας Ουράνης αναφερόμενος στα Λουτρά του Φαλήρου στις αρχές του 20ου αιώνα, περιγράφει τα μέτρα που λαμβάνονταν όταν δεν υπήρχαν ακόμη τα «μπαιν μιξτ», τα οποία θεωρούνταν η επιτομή του ευρωπαϊκού εκφυλισμού, επειδή προσέβαλαν τη δημόσια αιδώ: «Τα λουτρά του Φαλήρου ήσαν δυο μεγάλα ξύλινα παραπήγματα τα οποία υψώνονταν πάνω σε πασσάλους επί των νερών της ακτής, σκυθρωπά και πένθιμα ως φυλακές. Στο ένα ελούζονταν οι άνδρες στο άλλο οι γυναίκες. Μια σεβαστή απόστασι τα εχώριζε, όπως το Ρίον από το Αντίρριον. Οι λουόμενοι είχαν την εντύπωσι ότι ήσαν λεπροί. Ήταν αυστηρώς απαγορευμένο να βγάζουν τη μύτη τους έξω από τους πασσάλους που έφραζαν το χώρο του λουτρού τους, ως να υπήρχε κίνδυνος να μεταδώσουν καμμιά φρικώδη επιδημία. Βλοσυροί χωροφύλακες της εποχής εκείνης, τοποθετημένοι κατά διαστήματα εις την ακτήν, επέβλεπαν με την πιο σαδιστική απηνότητα όπως μη προβάλη έξω από τον κλειστό χώρο κανένα σώμα και πλησιάσουν οπωσδήποτε τα δυο φύλα το ένα το άλλο. Αλλοίμονο δε εάν κανείς «ανήθικος» είχε την τόλμη, παραβαίνοντας τις διατάξεις του κράτους, να πλησιάση προς το παράπηγμα όπου ελούοντο «αι μητέρες, αι αδελφαί και αι σύζυγοι του αγνού ελληνικού λαού». Οι χωροφύλακες έβαζαν κραυγές, εσφύριζαν με τις σφυρίχτρες τους, συνελάμβαναν τον σάτυρον και εάν ήσαν εφοδιασμένοι και με γκράδες θα τον πυροβολούσαν χωρίς να δοκιμάσουν γι’ αυτό την παραμικρότερη τύψι συνειδήσεως…». (Κώστας Ουράνης, Τα μπαιν μιξτ, ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ 7-8-1927).

Αυτά, βεβαίως, έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί και ουδείς εκούσιος ή ακούσιος παρατηρητής των καλλίπυγων νεανίδων -που φωτογραφίζονται με νάζι στις πλαζ για ν’ ανεβάσουν την εικόνα τους στα σόσιαλ – κινδυνεύει από κάποιον χωροφύλακα που θα του την μπουμπουνίξει στο δόξα πατρί. Αντιθέτως κινδυνεύει από τον «φουσκωτό» του μπιτσόμπαρου που θα του μαυρίσει το μάτι αν τολμήσει να απλώσει στην άμμο μια δική του πετσέτα και να στήσει τη δική του ομπρέλα. Κινδυνεύει, επίσης, να πάθει έμφραγμα του μυοκαρδίου βλέποντας τη «λυπητερή» που θα του φέρει ο ταβερνιάρης για μια χωριάτικη σαλάτα με λιγοστές σταγόνες ελαιόλαδου. Κι άντε να το πάθει το έμφραγμα, αγροτικό για να τον μεταφέρει στην καρότσα του σε κάποιο νοσοκομείο πού να το βρει; Αν και νομίζω ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον λουόμενο στην Ελλάδα με το επιτελικό κράτος των αρίστων είναι εκεί που κάθεται στην πυρακτωμένη άμμο να ενσκήψει πραγματική πυρκαγιά και κατακάψει τα πάντα: και τις ξαπλώστρες του μπιτσόμπαρου που ο ιδιοκτήτης του έχει οικειοποιηθεί όλη την παραλία λες και του ανήκει με γονική παροχή, και την ταβέρνα που πληρώνεται η χωριάτικη σε τιμή αστακομακαρονάδας και τα λιγοστά δέντρα που έχουν απομείνει και σε λίγα χρόνια θα τα δείχνουμε στα εγγόνια μας σε φωτογραφίες λέγοντας τους ότι κάποτε υπήρχε και αυτό το είδος χλωρίδας.

Δείτε φωτογραφίες

Ανάρτηση στο facebook

Σχολιάστε