My Twitter Feed

20 Μάιος, 2017

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Κινητοποιήσεις εργαζομένων ΟΤΑ -

Σάββατο, 20 Μάιος, 2017

Δράσεις για ιστορικό τουρισμό -

Παρασκευή, 19 Μάιος, 2017

Υπογραφές για Δήμο Γουμένισσας -

Πέμπτη, 18 Μάιος, 2017

Μόνο το ΠΑΜΕ συγκέντρωση -

Τετάρτη, 17 Μάιος, 2017

Διήμερη απεργία της ΠΟΕ-ΟΤΑ -

Τετάρτη, 17 Μάιος, 2017

Τι θέλει η επιχειρηματικότητα -

Τετάρτη, 17 Μάιος, 2017

Διήμερη αποχή των δικηγόροι -

Τετάρτη, 17 Μάιος, 2017

ΕΒΕ: Ημερίδα για εξαγωγές -

Δευτέρα, 15 Μάιος, 2017

Η Αριστερά σήμερα

psarras_dimitris-001Του Δημήτρη Ψαρρά.


Οπως συμβαίνει συνήθως μετά από πολιτικές ρήξεις και διασπάσεις, οι σκληρότεροι επικριτές της σημερινής κυβέρνησης είναι οι μέχρι πρότινος υπουργοί και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Και βέβαια το χειρότερο από όσα καταλογίζουν στον Αλέξη Τσίπρα είναι ότι με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου πρόδωσε το ίδιο το κόμμα του και ότι πλέον δεν αξίζει στην κυβέρνησή του η ταυτότητα της Αριστεράς.

Αλλά ποια είναι η Αριστερά σήμερα στην Ελλάδα; Και πώς τοποθετούνται ο ΣΥΡΙΖΑ και οι επικριτές του στον νέο πολιτικό χάρτη που έχει προκύψει τους τελευταίους μήνες;

Για το ΚΚΕ δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα, εφόσον η στρατηγική του είναι μόνο μακροπρόθεσμη. Εξάλλου αυτός είναι ο λόγος που και το ίδιο το ΚΚΕ δεν δέχεται να συνυπολογίζεται στις δυνάμεις της Αριστεράς μαζί με κόμματα που το ίδιο θεωρεί εχθρικά. Αλλά το πολιτικό ρεύμα που εκφράστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ γιγαντώθηκε με το σύνθημα «Ενας άλλος κόσμος είναι εφικτός» και ήδη από το 2008 είχε θέσει ως στόχο την προοπτική μιας εκλογικής επιτυχίας.

Το τίμημα αυτής της επιτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια διπλή υποχώρηση σε προγραμματικό και οργανωτικό επίπεδο:

Απαιτήθηκε η συρρίκνωση του προγραμματικού λόγου της Αριστεράς σε μια «αντιμνημονιακή» ρητορική.
Χρειάστηκε η υποβάθμιση έως και εξαφάνιση της ούτως ή άλλως υβριδικής κομματικής του οργάνωσης.
Αυτή η μετάλλαξη προηγήθηκε της ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών. Και σ’ αυτήν δεν ήταν καθόλου αμέτοχοι οι σημερινοί επικριτές του πρωθυπουργού. Η κρίσιμη απόφαση, στην οποία δεν απουσίαζε καμιά από τις «συνιστώσες» του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν η επιλογή να διεκδικήσει το κόμμα κυβερνητικές ευθύνες κάτω από τις δεδομένες συνθήκες.

Θυμίζω ότι -αντίθετα από τις αναλύσεις του συρμού από φίλους και αντιπάλους- δεν ήταν η ραγδαία δημοσκοπική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ (στα τέλη του 2011-αρχές 2012) απότοκο του κινήματος των πλατειών. Εκείνο το κίνημα δεν διέθετε άμεση πολιτική εκπροσώπηση και τσακίστηκε από τις δυνάμεις καταστολής προτού την αποκτήσει.

Κακά τα ψέματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κυβέρνηση σε συνθήκες ήττας του λαϊκού κινήματος και υποχώρησης των ιδεών της Αριστεράς. Μπορεί αυτός ο αυτοπεριορισμός στην αντιμνημονιακή ρητορική να τον βοήθησε να συγκροτήσει την πρώτη κυβέρνηση με τους ΑΝ.ΕΛΛ., αλλά του στοίχισε μεγάλες καθυστερήσεις στην υλοποίηση στοιχειωδών υποχρεώσεων μιας κυβέρνησης με αριστερό προσανατολισμό. Και όμως ακριβώς αυτά τα μέτρα είναι που επέτρεψαν στην κυβέρνηση να δείξει ένα διαφορετικό πρόσωπο από τις άλλες «αντιμνημονιακές» δυνάμεις που υπέγραψαν μνημόνια, όπως η Ν.Δ. του Αντώνη Σαμαρά.

Από τη λήψη άμεσων μέτρων ανακούφισης των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων έως τα μέτρα για την καλυτέρευση των συνθηκών στις φυλακές, την αλλαγή του νόμου για την ιθαγένεια, τη θέσπιση του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. Κυρίως η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ενίσχυσε κάθε λογής μορφές και δίκτυα αλληλεγγύης, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο σε ποικιλόμορφες πρωτοβουλίες πολιτών. Και ίσως η μεγαλύτερη και πιο γνήσια «αριστερή» της επιτυχία ήταν εκείνη που οι πολιτικοί της αντίπαλοι θεωρούν το πιο επικίνδυνο σφάλμα της: ο χειρισμός του προσφυγικού ζητήματος.

Ο ανοιχτός και ανθρωπιστικός τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε εξαρχής την κρίση η πρώτη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ συνδέθηκε με ένα πρωτοφανές αυθόρμητο κίνημα των πολιτών, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν τα φοβικά στερεότυπα της πολιτικής των φραχτών.

Στα σημερινά ασφυκτικά περιθώρια η κυβέρνηση εξακολουθεί να επιμένει στην «ταξική μεροληψία», διασώζοντας όσο μπορεί την αριστερή ταυτότητα, διακινδυνεύοντας ακόμη και τη χλεύη των αντιπάλων της με τις γκροτέσκες διατυπώσεις των «ταξικών αποστατών» υπουργών.

Αυτό που κάνει σήμερα η κυβέρνηση είναι να ακολουθεί τη συμβουλή των δύο γνωστών Καναδών μαρξιστών Λίο Πάνιτς και Σαμ Γκίντιν, οι οποίοι μετά τη συνθηκολόγηση του περασμένου Ιουλίου υποδείκνυαν στους υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ «σε καμία περίπτωση να μην αποπειραθούν να παρουσιάσουν τις καταστροφικές επιβολές του μνημονίου ως κάτι θετικό, αλλά δρώντας, όπως οφείλουν, σαν σοσιαλιστές δάσκαλοι, να βοηθούν τον λαό να αντιληφθεί ότι τον εμποδίζει να βελτιώσει τη ζωή του και να ενισχύουν τις μακροπρόθεσμες προσδοκίες του συνεχίζοντας να αντιτίθενται στον νεοφιλελευθερισμό και διαπλάθοντας μαζί το σοσιαλιστικό όραμα της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας» (βλ. Το πραγματικό Plan B ή ο νέος ελληνικός μαραθώνιος, των Σαμ Γκίντιν και Λίο Πάνιτς).

Σήμερα η κυβέρνηση δεν έχει πλέον «αυταπάτες». Εμαθε με οδυνηρό τρόπο τα όρια των διεθνών συσχετισμών και της εσωτερικής συγκυρίας. Το στοίχημα γι’ αυτήν είναι αν θα μπορέσει να πραγματοποιήσει τις αλλαγές που ήδη σχεδιάζει σε πολλούς τομείς (Παιδεία, Υγεία, Δικαιοσύνη, Ενημέρωση), χωρίς να σπάσει τα μούτρα της στις συνασπισμένες συντηρητικές δυνάμεις.

Αλλά για να το κατορθώσει, οφείλει να στηριχτεί στις οργανωμένες λαϊκές δυνάμεις, κάτι που είναι πολύ δύσκολο στις σημερινές συνθήκες. Από αυτή την άποψη, το συνέδριο «ανασύνθεσης» του κόμματος που διαρκώς αναβάλλεται θα έπρεπε να είχε ήδη πραγματοποιηθεί.

Οσο για εκείνους που διαφοροποιήθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, αδυνατούν ακόμα να παρουσιάσουν το περιβόητο «Plan B» και μετά τη συντριβή τους στις εκλογές του Σεπτεμβρίου ακολουθούν χωριστούς παράλληλους δρόμους. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ιδρύει την Πλεύση Ελευθερίας, ο Γιάνης Βαρουφάκης το DiΕΜ25, ο Κώστας Λαπαβίτσας το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής.

Μπορεί η ΛΑ.Ε. να μιλά πλέον ανοιχτά για επιστροφή στη δραχμή, θεωρώντας ότι της στοίχισε η προεκλογική ατολμία, αλλά ακόμα και ο Γερμανός οικονομολόγος Χάινερ Φλάσμπεκ, με τον οποίο ο Κ. Λαπαβίτσας σχεδίαζε το «αριστερό» Grexit, την επαύριο των εκλογών ομολογούσε ότι «το άλμα έξω από τη νομισματική ένωση είναι ένα μεγάλο και επικίνδυνο βήμα» και ότι «υπάρχει ο φόβος του χάους και άρα είναι μια επικίνδυνη στρατηγική» (συνέντευξη στον Τάσο Τσακίρογλου, «Εφ.Συν.», 26.9.2015).

Οσο για τις βάσιμες διαμαρτυρίες για τον αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης, ούτε εδώ έχουν να συνεισφέρουν κάτι ιδιαίτερο οι αποχωρήσαντες του ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον επιμένουν σε προσωποπαγή σχήματα, εκτός από όσους επιχειρούν μια νέα αυτοοργάνωση από τα κάτω (Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς). Η «αδιαμεσολάβητη» σχέση πολιτικού αρχηγού με τον λαό του, που εφαρμόζει η Ζωή Κωνσταντοπούλου, δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με την Αριστερά.

Εξάλλου εκείνο που βρήκε να καταλογίσει στη Βασιλική Κατριβάνου η άτυπη υπαρχηγός της Πλεύσης, Ραχήλ Μακρή, ήταν ότι «ολοκλήρωσε το όνειρό της: να βγάλει από τις φυλακές απατεώνες, καταχραστές, παιδεραστές και λοιπούς κακούργους».

Η Πλεύση δηλαδή κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για τα ελάχιστα θετικά (και βέβαια «αριστερά») του προγράμματός του που εφάρμοσε.

Το σημαντικότερο είναι ότι αυτές οι κριτικές δυνάμεις επιμένουν να εμφανίζονται ως οι κληρονόμοι του «Οχι» στο δημοψήφισμα, αγνοώντας ότι η πλειοψηφία του 61,3% ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Πρόκειται για τη δική τους «αυταπάτη» που ήδη τους στοιχίζει, σύμφωνα με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα.
Άρθρο στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Αν τα πράγματα είχαν γίνει αλλιώς…
Του Τάσου Παππά.
Απορούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης με την απόφαση των βουλευτών της συμπολίτευσης (εξαιρείται η κ. Κατριβάνου) να ψηφίσουν το άθλιο, ανάλγητο και αντιλαϊκό πολυνομοσχέδιο που προβλέπει μέτρα-φωτιά για τα λαϊκά και τα μεσαία στρώματα, υποθηκεύει το μέλλον της χώρας, ξεπουλάει τη δημόσια περιουσία, καθιστά τον Σόιμπλε κυρίαρχο και εξαφανίζει τα τελευταία υπολείμματα εθνικής αξιοπρέπειας.

Τους εγκαλούν επειδή δεν άκουσαν τη φωνή της συνείδησής τους και τους προειδοποιούν ότι το τέλος τους θα είναι κακό – τους περιμένει το σκαμνί. Πάλι καλά που είναι γενναιόδωροι και δεν τους στέλνουν κατευθείαν στο εκτελεστικό απόσπασμα χωρίς την περιττή πολυτέλεια μιας δίκης.

Τι θα γινόταν λοιπόν αν η κυβέρνηση δεν έφερνε αυτό το νομοσχέδιο; Δεν θα περνούσαμε την αξιολόγηση, δεν θα παίρναμε τη δόση, δεν θα πληρώναμε τις υποχρεώσεις μας στους θεσμούς, η χώρα θα χρεοκοπούσε και με τη βούλα πια και το Grexit θα ήταν το επόμενο στάδιο. Θα ήθελαν κάτι τέτοιο; Πιπέρι στη γλώσσα.

Ας δούμε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση. Να κατέθετε ένα τελείως διαφορετικό πολυνομοσχέδιο χωρίς άμεσους και έμμεσους φόρους, με μειωμένο θεαματικά τον ΕΝΦΙΑ, με παροχές στους χειμαζόμενους πολίτες και βεβαίως με ένα Ταμείο αποκρατικοποιήσεων ξεδοντιασμένο.

Το πώς θα αντιδρούσαν οι θεσμοί το φανταζόμαστε; Θα το επέστρεφαν ως απαράδεκτο και θα απαιτούσαν από την κυβέρνηση να συμμορφωθεί προς τα υποδείξεις τους και να τιμήσει την υπογραφή που έβαλε στη συμφωνία του Αυγούστου του 2015, αλλιώς θα αποχαιρετήσει το ευρώ που ήξερε.

Πώς όμως θα αντιδρούσαν αυτοί που σήμερα είναι πολύ θυμωμένοι; Θα έβγαζαν αφρούς από το στόμα και θα φώναζαν για απαράδεκτες μονομερείς ενέργειες που εκθέτουν τη χώρα και προκαλούν μεγάλη κρίση στις σχέσεις της με τους εταίρους.

Οι πιο φανατικοί του μετώπου τού «ναι» θα έκαναν λόγο για το κρυφό σχέδιο του Τσίπρα που οδηγεί σκοπίμως στη δραχμή. Θα υποστηρίξει κάποιος ότι δεν εξαντλούνται εδώ οι υποθέσεις εργασίας, αφού υπάρχει και η εκδοχή του άλλου μείγματος, όπως διατυμπανίζει ο Κ. Μητσοτάκης. Σωστό. Μήπως όμως να μας την έλεγε για να βγάλουμε και εμείς συμπέρασμα; Το ότι δεν τη λέει μας κάνει καχύποπτους.

Ή δεν έχει άλλο σχέδιο και απλώς πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες ή πράγματι έχει αλλά κρίνει φρόνιμο να μη μας το δείξει για να μην ξεσηκωθούν και οι πέτρες. Για να μην κοροϊδευόμαστε.

Το άλλο μείγμα (αν το έχουν επεξεργαστεί) είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, σκληρό με το τρέχον πρόγραμμα γιατί ρίχνει το βάρος του στη μείωση των δαπανών, δηλαδή στους μισθούς, τις συντάξεις, τις απολύσεις και στο υποτίθεται σπάταλο κοινωνικό κράτος.

Υφεση θα υπάρξει με το ένα μείγμα, ύφεση και με το άλλο. Αρα ο καβγάς γίνεται για το πάπλωμα, για το ποιος δηλαδή θα διοικεί μια χώρα που είναι σε επιτροπεία. Οπότε, ας αφήσουν κατά μέρος τα περί εξουσιομανίας του Τσίπρα αυτοί που κυβέρνησαν τη χώρα επί σαράντα χρόνια και σήμερα δεν μπορούν να δαμάσουν το στερητικό σύνδρομο που τους ταλαιπωρεί κι ας έχουν περάσει μόλις 16 μήνες από τότε που απομακρύνθηκαν από τις καρέκλες της εξουσίας.

Επιπλέον τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν και ένα άλλο πρόβλημα. Δεν συμφωνούν με τις εκτιμήσεις των αδελφών κομμάτων στην Ευρώπη. Ολοι οι αξιωματούχοι της Ε.Ε. και αρκετά πρωτοκλασάτα στελέχη της συντηρητικής παράταξης αξιολογούν ως πολύ θετική τη συμφωνία και εκφράζουν την ανακούφισή τους που αντιμετωπίστηκε με θετικό τρόπο μια πολύ σοβαρή εκκρεμότητα.

Η Νέα Δημοκρατία στην επίσημη ανακοίνωσή της κάνει λόγο για ταπεινωτική συνθηκολόγηση. Τέτοιου τύπου χαρακτηρισμοί ταιριάζουν σε ηττημένη χώρα που παραδίδεται άνευ όρων στους εχθρούς της. Είναι για τη Ν.Δ. εχθροί οι εταίροι; Εμείς νομίζαμε, με βάση αυτά που υποστηρίζει συστηματικά, ότι είναι φίλοι, συμπαραστάτες, μεγαλόψυχοι, αλληλέγγυοι και μας βοηθούν να βγούμε από το βάραθρο.

Εχει αλλάξει κάτι στην ανάλυση της Ν.Δ.; Μήπως αποφάσισε να γίνει αντιμνημονιακή και ευρωσκεπτικιστική; Θα ήταν όντως πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη αν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αλλά, ας μην ανησυχούν οι οπαδοί της Ν.Δ., ούτε συμβαίνει ούτε πρόκειται να συμβεί. Για ανάπηρη αντιπολιτευτική τακτική πρόκειται.

Οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες (Ολάντ, Μοσκοβισί, Σαπέν, Ντάισελμπλουμ, Γκάμπριελ, Σουλτς, Πιτέλα) δεν κρύβουν τον ενθουσιασμό τους για τη συμφωνία. Την ίδια στιγμή ο εγχώριος εκπρόσωπός τους (Δημοκρατική Συμπαράταξη) δηλώνει ότι «η κυβέρνηση τα έδωσε όλα και πήρε τίποτα».

Αν τα έδωσε όλα, σε ποιους τα έδωσε; Στους ανάλγητους και νεοφιλελεύθερους Ευρωπαίους; Αυτά τα λένε το ΚΚΕ, η ΛΑ.Ε. και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Δικαιούνται να τα λένε γιατί έχουν μια τελείως διαφορετική αντίληψη για την Ευρώπη.

Επιστρέφει το ΠΑΣΟΚ στην εποχή που θεωρούσε την ΕΟΚ σφηκοφωλιά των μονοπωλίων και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία το μακρύ χέρι του αμερικανικού ιμπεριαλισμού; Οχι δα. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αμήχανη αντιπολίτευση.

Άρθρο στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Σχολιάστε