My Twitter Feed

22 Φεβρουάριος, 2019

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Αυξήσεις μισθών για κοινωφελή εργασία -

Πέμπτη, 21 Φεβρουάριος, 2019

Κοινή δήλωση Σιωνίδη – Τζούρτζου -

Πέμπτη, 21 Φεβρουάριος, 2019

Δωρεάν εξοπλισμός για λήψη TV -

Πέμπτη, 21 Φεβρουάριος, 2019

Η Λ.Σ. για 13ο και 14ο μισθό -

Πέμπτη, 21 Φεβρουάριος, 2019

Μπλογκ Λαϊκής Συσπείρωσης -

Πέμπτη, 21 Φεβρουάριος, 2019

Η σχέση Εργατικού Κέντρου-ΑΝΚΙ -

Πέμπτη, 21 Φεβρουάριος, 2019

Εκδήλωση ΚΙΝΑΛ με Χριστοδουλάκη -

Τετάρτη, 20 Φεβρουάριος, 2019

Σούλης: Τέλος στο «τσιμεντόπαρκο» -

Τετάρτη, 20 Φεβρουάριος, 2019

Εμπάργκο στη λογική

Του Τάσου Παππά.


Η διαφορά ανάμεσα στην επιλογή ενός πολιτικού να μην πηγαίνει στις συζητήσεις που οργανώνει ένα μέσο ενημέρωσης και στην απόφαση ενός κόμματος να απαγορεύει στα στελέχη του να ανταποκρίνονται στις προσκλήσεις του μέσου ενημέρωσης είναι μεγάλη.

Στην πρώτη περίπτωση μπορεί ο πολιτικός να επικαλεστεί αισθητικούς ή πολιτικούς λόγους για να δικαιολογήσει την εσκεμμένη απουσία του -κι αυτό είναι θεμιτό-, στη δεύτερη περίπτωση ο καταναγκασμός είναι στάση που πρέπει να επικριθεί. Η κουβέντα έχει φουντώσει το τελευταίο διάστημα λόγω του εμπάργκο που έχουν επιβάλει ο ΣΥΡΙΖΑ στον ΣΚΑΪ και η Νέα Δημοκρατία στην ΕΡΤ. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο μέσο ενημέρωσης είναι μονοφωνικό, λειτουργεί σαν το μακρύ χέρι της Δεξιάς, στελέχη του επιτίθενται στην κυβέρνηση με ανοίκειους χαρακτηρισμούς, αναπαράγουν ψεύδη, κατασκευάζουν «ειδήσεις» και χρησιμοποιούν το μέσο στο οποίο εργάζονται σαν να είναι «κόμμα νέου τύπου». Τις ίδιες πάνω-κάτω κατηγορίες εκτοξεύει η Δεξιά εναντίον της δημόσιας τηλεόρασης. Ορισμένες παρατηρήσεις:

Το εμπάργκο βλάπτει τα κόμματα που το επιβάλλουν, βλάπτει τα μέσα ενημέρωσης που το υφίστανται, πλήττει όμως και τους πολίτες. Βλάπτει τα κόμματα γιατί χάνουν ένα βήμα για να καταθέσουν τις απόψεις τους, έστω κι αν αυτό το βήμα είναι στη χειρότερη περίπτωση κατάφωρα εχθρικό και στην καλύτερη εκκωφαντικά ιδιοτελές. Βλάπτει τα μέσα ενημέρωσης γιατί δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι παρουσιάζουν χωρίς πολιτικά και ιδεολογικά φίλτρα τα γεγονότα και ότι φιλοξενούν όλες τις κρίσεις επ’ αυτών. Βλάπτει όμως και τους πολίτες γιατί παρακολουθώντας τα «κατηγορούμενα» μέσα δεν μπορούν να σχηματίσουν σφαιρική άποψη για το τι συμβαίνει στη χώρα και τι προτείνουν τα κόμματα για τα κρίσιμα ζητήματα του τόπου.

Το επιχείρημα ότι η ΕΡΤ είναι δημόσιο μέσο και άρα οφείλει να κρατάει αποστάσεις και να είναι πιο προσεκτική, ενώ το ιδιωτικό μέσο ενημέρωσης δεν έχει τέτοια υποχρέωση, είναι αναιμικό. Οι συχνότητες είναι δημόσιες, τα μέσα, είτε είναι δημόσια είτε είναι ιδιωτικά, οφείλουν να εφαρμόζουν το Σύνταγμα και τους κώδικες δεοντολογίας των Δημοσιογραφικών Ενώσεων που δεν κάνουν τέτοιες βολικές διακρίσεις. Και το Σύνταγμα παραβιάζεται αφού δεν υπάρχουν μηχανισμοί για να αποτρέψουν το φαινόμενο και οι κώδικες δεοντολογίας έχουν καταντήσει κουρελόχαρτα αφού οι ενώσεις δεν έχουν τη δύναμη να τους περιφρουρήσουν.

Αν ο δημοσιογράφος που εργάζεται σε ιδιωτικό μέσο ενημέρωσης έχει δικαίωμα να λέει ελεύθερα τη γνώμη του (ελεύθερα τρόπος του λέγειν, γιατί υπάρχει το αφεντικό), να σχολιάζει κατά πώς νομίζει τις επιλογές της κυβέρνησης και να λοιδορεί τον πρωθυπουργό, αναρωτιέται κανείς γιατί δεν έχει ο δημοσιογράφος που εργάζεται σε δημόσιο μέσο (εδώ υπάρχει η επιρροή της κυβέρνησης) το δικαίωμα να εκφέρει άποψη για την αντιπολίτευση και τους αρχηγούς των κομμάτων.

Επιτρέπεται, αν είσαι σε ιδιωτικό μέσο, να αποκαλείς τον πρωθυπουργό πολιτικό απατεώνα, ενδοτικό, μειοδότη και φίλο των τρομοκρατών, αλλά δεν επιτρέπεται, αν είσαι σε δημόσιο μέσο, να χαρακτηρίζεις τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης εθνικιστή και ακροδεξιό;

Στην κοινοβουλευτική Δημοκρατία ουδείς είναι στο απυρόβλητο. Αν είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός να σχολιάζει, ακόμη και να επικρίνει, τις δικαστικές αποφάσεις, να καυτηριάζει τις επιλογές της κυβέρνησης, της αξιωματικής αντιπολίτευσης και των άλλων κομμάτων, είναι επίσης αναφαίρετο δικαίωμά του να ασκεί κριτική στις επιλογές των μέσων ενημέρωσης (πολιτική γραμμή, υπερπροβολή συγκεκριμένων προσώπων) και στις τοποθετήσεις των δημοσιογράφων.

Η αντίληψη (δυστυχώς αρκετά διαδεδομένη) ότι οι δημοσιογράφοι μπορούν να έχουν άποψη επί παντός του επιστητού, να κρίνουν τους πάντες και τα πάντα, αλλά οι ίδιοι πρέπει να απολαμβάνουν καθεστώς ασυλίας είναι επιεικώς απαράδεκτη. Οσοι έχουν δημόσιο λόγο (τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι έχουν) ασκούν εξουσία. Επηρεάζουν κόσμο, δημιουργούν δεδομένα, επιβάλλουν προτεραιότητες, καλλιεργούν κλίμα, ενθαρρύνουν συμπεριφορές, προτείνουν μοντέλα ζωής, ιεραρχούν τα προβλήματα με τα δικά τους κριτήρια, αναδεικνύουν ή αποκλείουν, δραματοποιούν ή σχετικοποιούν, αναβαθμίζουν ή υποβαθμίζουν, καθοδηγούν, ενίοτε αποπειρώνται να χειραγωγήσουν, εκφράζουν ιδεολογικές και πολιτικές προτιμήσεις, προτρέπουν τους πολίτες να ακολουθήσουν τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Συνεπώς δεν μπορεί να απαιτούν να είναι εκτός κριτικής. Για παράδειγμα, όταν φιλοξενείς ένα πρόσωπο που αποδεδειγμένα είναι σε κατάσταση παραληρήματος εδώ και καιρό και τον αφήνεις να βρίζει ασυστόλως όσους θεωρεί αντιπάλους του, να ισχυρίζεται ότι ετοιμάζουν χούντα, ότι έχουν ανοίξει τις πόρτες στους τρομοκράτες και δεν καταθέτεις αντίλογο, τότε δεν κάνεις καλά τη δουλειά σου και είσαι εκτεθειμένος στην υποψία ότι εξυπηρετείς σκοπιμότητες. Οταν κατηγορείς ένα κόμμα ότι είναι ο ηθικός αυτουργός της βομβιστικής επίθεσης που δέχτηκες και την ίδια στιγμή το καταγγέλλεις επειδή δεν αφήνει τους βουλευτές του να έρχονται στο μέσο σου, πρέπει να απαντήσεις στα αυτονόητα ερωτήματα: Γιατί καλείς ανθρώπους που πιστεύεις ότι όπλισαν το χέρι των βομβιστών; Γιατί περιμένεις να δεχθούν να έρθουν; Για να απολογηθούν για το έγκλημα που λες ότι διέπραξαν; Η κοινή λογική -αν υπάρχει τέτοια- στο απόσπασμα.

Άρθρο στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Σχολιάστε