My Twitter Feed

6 Μαΐου, 2024

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

3,8 εκ. για συντήρηση δρόμων -

Τρίτη, 30 Απριλίου, 2024

Στη Βουλή οι διακοπές σε φ/β -

Τρίτη, 30 Απριλίου, 2024

ΑΔΕΔΥ: Όλοι σε απεργία 1ης Μάη -

Τρίτη, 30 Απριλίου, 2024

Κάλεσμα φορέων για τη 1η Μάη -

Τρίτη, 30 Απριλίου, 2024

ΑΟΚ: Απίστευτη ανατροπή από το ΙΕΚ ΔΕΛΤΑ -

Κυριακή, 28 Απριλίου, 2024

Βροντερό “παρών” για την Υγεία -

Σάββατο, 27 Απριλίου, 2024

Ερώτηση ΚΚΕ για τη Παθολογική -

Παρασκευή, 26 Απριλίου, 2024

Επισκέψεις ενόψει ευρωεκλογών -

Πέμπτη, 25 Απριλίου, 2024

Γάζα: Πεθαίνοντας για την είδηση

Του Παύλου Νεράντζη.


Όταν δολοφονείται ένας δημοσιογράφος, δεν χάνει μόνον τη ζωή του ένας άνθρωπος, αλλά είναι κι ένα βαρύ πλήγμα εναντίον του αγώνα για ελευθεροτυπία.

Σε καιρό πολέμου συνηθίσαμε να λέμε ότι η αλήθεια είναι το πρώτο θύμα, ότι η παραπληροφόρηση, αυτή που στοχεύει στο νου και στις καρδιές των ανθρώπων, κυριαρχεί, αλλά ελάχιστα καταβάλλονται προσπάθειες για να προστατευτούν οι πολεμικοί ανταποκριτές, για να αποκαλυφθούν τα ψέματα, αυτά που σκόπιμα κέντρα και παράκεντρα εξουσίας διαδίδουν για να εξυπηρετήσουν δικές τους σκοπιμότητες. Οι πρωτοβουλίες διεθνών οργανισμών για την ασφάλεια των δημοσιογράφων σκοντάφτουν σε συμφέροντα και η διαπαιδαγώγηση (literacy) του κοινού παραμένει ελλιπής.

Το σκηνικό επαναλαμβάνεται ούτε καν ως φάρσα στον πόλεμο του Ισραήλ εναντίον της Γάζας και όχι απλώς κατά της Χαμάς, όπως υποστηρίζει το κυρίαρχο αφήγημα. Κυρίαρχα Μέσα αντί να αναδεικνύουν τη βία εναντίον αμάχων από όπου κι αν προέρχεται, σιωπούν για μια γενοκτονία σε εξέλιξη και μεροληπτούν εξαιτίας της απροκάλυπτης και καταιγιστικής επιρροής που ασκεί η ισραηλινή προπαγάνδα. Και όσοι δημοσιογράφοι διαφοροποιούνται, βρίσκονται στο στόχαστρο. Δολοφονούνται. Η ενημέρωση βρίσκεται σε ασφυκτικό κλοιό.

Καθόλου παράδοξο θα υποστηρίξει κάποιος. Ο πρώτος πολεμικός ανταποκριτής, ο Ιρλανδός William Howard Russell, που κάλυψε τη μάχη της Μπαλακλάβα στον Κριμαϊκό Πόλεμο για λογαριασμό των Times του Λονδίνου, φιμώθηκε από την τότε βρετανική κυβέρνηση. Η ιστορία του Τύπου εδώ και δύο περίπου αιώνες είναι γεμάτη από εκατοντάδες ανάλογα περιστατικά.

Το πρόβλημα του ελέγχου των δημοσιογράφων οξύνθηκε με τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, όταν για πρώτη φορά σε τόσο μαζική κλίμακα οι απεσταλμένοι Μέσων κυριολεκτικά μαντρώθηκαν από τις συμμαχικές δυνάμεις υπό την καθοδήγηση των Αμερικανών, χωρίς τη δυνατότητα να κάνουν ρεπορτάζ σε εμπόλεμες ζώνες.

Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, το πάθημα είχε γίνει μάθημα για τις πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες. Το σύνδρομο του Βιετνάμ, σύμφωνα με το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν χάσει τον πόλεμο, εξαιτίας των εικόνων που μετέδιδαν τα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα, επηρεάζοντας τις πολιτικές εξελίξεις, είχε οδηγήσει Λευκό Οίκο και Πεντάγωνο στην ανάπτυξη νέων στρατηγικών για τον πλήρη έλεγχο της ροής των πληροφοριών.

Τη δεκαετία του 1990, χάρη στην τεχνολογία, άλλαξε η μορφή του πολέμου, άλλαξε και ο τρόπος κάλυψης των ένοπλων συγκρούσεων. Τα ΜΜΕ αναδείχθηκαν σε στρατηγικά όπλα, σ΄ ένα χρήσιμο και απαραίτητο εργαλείο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ελίτ για να χειραγωγηθεί ακόμη περισσότερο η διεθνής κοινή γνώμη.

Έτσι δημιουργήθηκε το φαινόμενο των ενσωματωμένων δημοσιογράφων (embedded journalists). Τότε για πρώτη φορά οι πολεμικοί ανταποκριτές φόρεσαν κράνη και αλεξίσφαιρα γιλέκα με την ένδειξη Press. Η ασφάλειά τους κινδύνευε από τους αντιπάλους, σύμφωνα με το Πεντάγωνο. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν οι πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες της «ημέτερης πλευράς» που έβαλαν στο στόχαστρο δημοσιογράφους και Μέσα.

Η ενημέρωση έκτοτε από την πρώτη γραμμή του πολέμου είναι πλούσια σε θέαμα, αλλά φτωχή επί της ουσίας. Είναι άμεση χάρη στις απευθείας συνδέσεις, αλλά μειώθηκε η δυνατότητα διασταύρωσης των πληροφοριών που παρέχουν οι μηχανισμοί προπαγάνδας. Η εποχή του Russell, του Hemingway, του Matthews, της Falacci πέρασε οριστικά στο παρελθόν. Οι πολεμικοί ανταποκριτές, που συνήθως προσεγγίζουν τις ένοπλες συγκρούσεις με ενσυναίσθηση και μια κριτική ματιά, τασσόμενοι υπέρ των αμάχων ανεξαρτήτως καταγωγής, γίνονται πλέον συχνά άθελά τους αναμεταδότες προκατασκευασμένων ειδήσεων.

Στον πόλεμο Ισραήλ-Χαμάς με την εμπλοκή τρίτων δυνάμεων, η κατάσταση χειροτέρεψε. Όσοι απεσταλμένοι Μέσων βρίσκονται στην ισραηλινή πλευρά παρακολουθούν εκ του μακρόθεν μια ανείπωτη τραγωδία, επαναλαμβάνοντας ανακοινώσεις και δηλώσεις ισραηλινών αξιωματούχων. Αναπαράγουν δηλαδή το αφήγημα της ισραηλινής προπαγάνδας που διαθέτει όλα τα μέσα για να το διαδώσει τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, επικαλούμενη το δικαίωμα στην αυτοάμυνα.

Όσοι δημοσιογράφοι βρίσκονται μέσα στη Γάζα, χαρακτηρίζονται εκ προοιμίου από την κυβέρνηση Νετανιάχου «φίλα προσκείμενοι στην Χαμάς», «ξεχνώντας» σκοπίμως ότι πολλοί από αυτούς εργάζονται σε διεθνή Μέσα, είτε δυτικά (Reuters, Agence France Press), είτε αραβόφωνα (Al Jazeera, κ.ά.), τα οποία εφαρμόζουν αυστηρούς κανόνες (guidelines) αμεροληψίας. Ότι επιχειρούν να καλύψουν τη σύγκρουση «εν μέσω ισραηλινής επίθεσης, καταστροφικών αεροπορικών επιδρομών, διακοπής των επικοινωνιών και εκτεταμένων διακοπών ρεύματος» όπως αναφέρει η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (Committee to Protect Journalists).

Αν δεν ήταν παρόντες αυτοί οι δημοσιογράφοι εκεί, πολύ εύκολα θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν όσοι στα social media μεταδίδουν εικόνες από βομβαρδισμένα νοσοκομεία, πτώματα αμάχων, χειρουργικές επεμβάσεις χωρίς αναισθησία, την απελπισία και τον πόνο των ανθρώπων, τις εκκλήσεις μη κυβερνητικών οργανώσεων για προσωρινή εκεχειρία.

Η κυβέρνηση Νετανιάχου έστειλε σε αυτούς τους δημοσιογράφους, στην πλειοψηφία τους Παλαιστίνιους, από την πρώτη στιγμή ένα σαφές μήνυμα. Δεν εγγυάται την ασφάλειά τους με πρόφαση την …εθνική ασφάλεια. Κινδυνεύουν ανά πάσα ώρα και στιγμή να χάσουν τη ζωή τους. Δεν είναι τυχαίος ούτε ο βομβαρδισμός της περιοχής όπου εδρεύουν τα περισσότερα διεθνή δίκτυα, ούτε η απόφαση του Τελ Αβίβ να βάλει λουκέτο στα γραφεία του Al Jazeera στη Γάζα.

Από τις 7 Οκτωβρίου, οπότε και εκδηλώθηκε η δολοφονική επίθεση της Χαμάς σε ισραηλινό έδαφος, μέχρι τις 3 Νοεμβρίου, τουλάχιστον 36 δημοσιογράφοι έχασαν τη ζωή τους από τους οποίους οι 31 είναι Παλαιστίνιοι, 4 Ισραηλινοί και ένας Λιβανέζος. Άλλοι 8 έχουν τραυματιστεί, 3 είναι αγνοούμενοι και 8 έχουν συλληφθεί. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν στη διάρκεια βομβαρδισμών μέσα στη Γάζα.

Διαβάζοντας τα ονόματα ένα προς ένα, τα Μέσα που εκπροσωπούσαν και τις συνθήκες θανάτου, οι αριθμοί έρχονται σε δεύτερη μοίρα και οι προσωπικές ιστορίες ζωντανεύουν. Οι περισσότεροι εργάζονταν για την ανεξαρτησία του Τύπου, για την ελευθεροτυπία σ΄ ένα τόπο όπου κυριαρχεί η μια και μοναδική «αλήθεια» της Χαμάς και από την άλλη, του Ισραήλ.

Ο φόρος αίματος είναι βαρύτερος σε σχέση με προηγούμενες χρονιές. Το 2022, 68 δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι σε ΜΜΕ είχαν χάσει τη ζωή τους, στην πλειοψηφία τους σε εμπόλεμες ζώνες, 21 περισσότεροι σε σχέση με το 2021, σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (International Federation of Journalists). Άλλοι 375 κρατούνται σε φυλακές σε διάφορες χώρες, χωρίς συνήθως να αποδίδεται δικαιοσύνη.

Πολύ μεγαλύτερος είναι ο αριθμός αυτών που απειλούνται, που δέχονται επιθέσεις, για να μην υπενθυμίσω τις περιπτώσεις εκείνων, που με άλλοθι τη δυσφήμιση ισχυρών προσώπων και οργανισμών, σύρονται με αβάσιμες κατηγορίες στα δικαστήρια με στόχο να σιωπάσουν (SLAPP).

Ο φόρος αίματος είναι μεγαλύτερος ακόμη και από τον πόλεμο στο Ιράκ που ήταν ο πιο θανατηφόρος στην ιστορία του Τύπου. Το 2003, στη διάρκεια των τριών πρώτων εβδομάδων, όσο είχε διαρκέσει η αμερικανική επέμβαση, 15 δημοσιογράφοι είχαν χάσει τη ζωή τους, αρκετοί από αμερικανικά «φίλια πυρά» και άλλοι δύο ήταν οι αγνοούμενοι. Συνολικά δε μέχρι το 2007 ο αριθμός αυτών που έχασαν τη ζωή τους ανερχόταν σε 250, εκ των οποίων οι 172 ήταν Ιρακινοί, σύμφωνα με τη Διεθνή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων. Αριθμοί που υπερβαίνουν κατά πολύ τους 63 δημοσιογράφους που σκοτώθηκαν στο Βιετνάμ και τους 69 κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η οργάνωση Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (Reporters without Borders) προσέφυγε πριν λίγες μέρες στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (International Criminal Court) που διερευνά εγκλήματα πολέμου προκειμένου να εξετάσει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος τις συνθήκες θανάτου των αδικοχαμένων, αλλά και την καταστροφή των εγκαταστάσεων τουλάχιστον 50 Μέσων στη Γάζα.

Τίποτε, όμως, δεν εγγυάται ότι το ΔΠΔ θα διερευνήσει τις υποθέσεις, αφού άλλες δύο προσφυγές στο παρελθόν (2018, 2021) εναντίον των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων κατέληξαν στο …αρχείο. Όπως σπανίως ασκήθηκαν διώξεις εναντίον των φυσικών και ηθικών αυτουργών που ευθύνονται για τον θάνατο εκατοντάδων άλλων πολεμικών ανταποκριτών.

Άρθρο στο tvxs.gr

Σχολιάστε