My Twitter Feed

6 Μαρτίου, 2022

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Κίνδυνος επισιτιστικής κρίσης -

Κυριακή, 6 Μαρτίου, 2022

Και πάλι μελέτες για αρδευτικά -

Σάββατο, 5 Μαρτίου, 2022

Έντονη η ανησυχία των εμπόρων -

Σάββατο, 5 Μαρτίου, 2022

“Μέτρα για επισιτιστική επάρκεια” -

Σάββατο, 5 Μαρτίου, 2022

Bοήθεια για πρόσφυγες Ουκρανίας -

Παρασκευή, 4 Μαρτίου, 2022

Στη κορυφή της μαύρης λίστας! -

Παρασκευή, 4 Μαρτίου, 2022

Βοήθεια για παιδιά σε Ουκρανία -

Πέμπτη, 3 Μαρτίου, 2022

Προτάσεις ενίσχυσης παραγωγών -

Πέμπτη, 3 Μαρτίου, 2022

Αντιπαροχή – μέρος Ι

Του Θανάση Βαφειάδη.


Η πρώτη επταώροφη οικοδομή με μπετόν αρμέ, η οικοδομή Γιάνναρου στη γωνία Όθωνος και Φιλελλήνων, που χτίστηκε το 1917, προκάλεσε σοκ και δέος στους Αθηναίους με το θεόρατο ύψος της. Συμμεριζόμενος τη γενική κατακραυγή που προκάλεσε το πανύψηλο για την εποχή κτήριο, ο υπουργός Συγκοινωνίας Αλέξανδρος Παπαναστασίου προώθησε τη ψήφιση του Ν. 858 που καθιέρωσε τη ρύθμιση των υψών, με μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος τα 22μ. Το ίδιο σοκ και δέος ένοιωσαν και οι Κιλκισιώτες όταν αντίκρισαν την πολυώροφη πολυκατοικία στη γωνία Σπάρτης και αγίου Γεωργίου, που ανεγέρθηκε από το πολιτικό μηχανικό Δημήτριο Γιαννιτσόπουλο, με βάση την από 15-5-1964 οικοδομική άδεια της πολεοδομίας Κιλκίς. Και πώς να μην αισθανθούν δέος όταν ένα τέτοιο μεγαθήριο υψώνονταν δίπλα στα ισόγεια προσφυγικά σπίτια και στις διώροφες μικροαστικές κατοικίες του μεσοπολέμου; Και πώς να μην αισθανθούν σοκ βλέποντας ένα είδος κατοικίας που δε διέθετε δική του αυλή με οπωροφόρα δέντρα, ζαρζαβατικά και λουλούδια, που υπήρχαν σε όλα σχεδόν τα οικόπεδα της μικρής πόλης; Οι μόνοι που δεν αισθάνθηκαν ίλιγγο από το μεγάλο ύψος ήταν οι οικοδόμοι που πόζαραν αγέρωχοι στην άκρη των εξωστών, όπως φαίνεται στην επισυναπτόμενη φωτογραφία που δείχνει την εν λόγω πολυκατοικία όταν ήταν ακόμη «γιαπί».

Η εμφάνιση του νέου κτηριακού είδους της πολυώροφης οικοδομής στηρίχθηκε στη μεγάλη καινοτομία στην οικοδομική τεχνική που ήταν η εισαγωγή της χρήσης του σκυροδέματος, ενός οικοδομικού υλικού που δημιουργείται με τη σύνθεση τεσσάρων απλών υλικών: της άμμου, των χαλικιών, του τσιμέντου και του νερού. Το νέο αυτό υλικό μπορούσε να αντέξει τις πιέσεις όχι όμως και τις τάσεις εφελκυσμού. Η αντιμετώπιση αυτής της αδυναμίας έγινε με την τοποθέτηση σιδερένιων ράβδων, που λέγονται οπλισμός. Έτσι δημιουργήθηκε το οπλισμένο ή σιδηροπαγές σκυρόδεμα ή μπετόν αρμέ, όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται από τους περισσότερους. Το πρώτο κτήριο που κατασκευάσθηκε «δια σκιρροκονιάματος σιδηροπαγούς», όπως έγραφε το περιοδικό ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ το Μάρτιο του 1907, ήταν η οικία Αλεξάνδρου Αφεντούλη στην οδό Σταδίου. Μετά το 1925 καθιερώθηκε το οπλισμένο σκυρόδεμα ως το βασικό υλικό κατασκευής του φέροντος οργανισμού των κτιρίων ενώ σαν βασικό υλικό πλήρωσης χρησιμοποιήθηκαν οι τεχνητοί λίθοι, συμπαγή τούβλα στην αρχή και διάτρητα στη συνέχεια, που κυκλοφορούσαν σε τυποποιημένες διαστάσεις.

Η γέννηση της πολυκατοικίας στηρίχθηκε και στη θεσμοθέτηση νέου νομοθετικού πλαισίου με το Ν.3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους».

Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος και η εμφύλια διαμάχη που ακολούθησε είχαν σαν συνέπεια την οικοδομική απραξία, η οποία διήρκεσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Το πρόβλημα ανέλαβε να λύσει η ιδιωτική πρωτοβουλία με τους δικούς της μάλλον ανορθόδοξους τρόπους. Οι νέες κατοικίες άρχισαν να κατασκευάζονται μαζικά είτε με αυθαίρετη δόμηση στις «εκτός σχεδίου» παρυφές των πόλεων είτε στις «εντός σχεδίου» περιοχές με το σύστημα της αντιπαροχής. Σύμφωνα με το τελευταίο ο ιδιοκτήτης κάποιας παλιάς μικρής συνήθως οικοδομής πρόσφερε το οικόπεδό του σε έναν κατασκευαστή για την ανέγερση πολυώροφης πολυκατοικίας εξασφαλίζοντας ως αντάλλαγμα ορισμένα από τα νέα διαμερίσματα. Το κράτος δεν παρέλειψε να ενθαρρύνει αυτό το σύστημα, προσαυξάνοντας τον επιτρεπόμενο αριθμό ορόφων, και αυτό γιατί διέβλεπε πως έτσι μπορούσε να αμβλυνθεί το στεγαστικό πρόβλημα, αλλά και να ενισχυθεί γενικότερα η οικοδομική δραστηριότητα, ώστε να λειτουργήσει ως μοχλός για την ανάκαμψη της οικονομίας. Μετά τη μεγάλη ανοικοδόμηση της δεκαετίας του 1960 η χούντα έδωσε το περίφημο καπέλο στα ύψη με τον αναγκαστικό νόμο 395 του 1968. Έτσι το από 17-4-1964 Βασιλικό διάταγμα «περί καθορισμού όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων και περί ύψους οικοδομών και μεγίστου αριθμού ορόφων του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Κιλκίς» αντικαταστάθηκε με το από 4-4-1970 ΒΔ. Σύμφωνα με αυτό ο μέγιστος αριθμός ορόφων έγινε 5 στον Α’, 4 στο Β’ και 3 στο Γ’ τομέα. Επίσης ο μέγιστος συντελεστής δόμησης του τομέα Α’ των υψών ορίστηκε στο 3. Σε απλά ελληνικά η χαρά του εργολάβου οικοδομών και του οικοπεδούχου.

Η ταχύτατη διάδοση της πολυκατοικίας στη δεκαετία του 1950 εμφανίστηκε στο Κιλκίς 20 χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Την περίοδο αυτή ένας μικρός αριθμός επιχειρηματιών κατασκευαστών διαβλέποντας τα μεγάλα κέρδη του κλάδου επένδυσαν κεφάλαια στην οικοδομή. Από τους πρώτους εργολάβους οικοδομών στην πόλης μας ήταν ο πολιτικός μηχανικός Κυριάκος Κυριακίδης, ο αρχιτέκτονας Ευάγγελος Ζιούτας, ο υπομηχανικός Τέλης Γερασιμίδης αλλά και κατασκευαστές που δεν ζούσαν στο Κιλκίς όπως ο Χρήστος Καραστεφάνου. Υπήρχαν και αυτοί που δεν είχαν προηγουμένως σχέση με τις κατασκευές όπως ο Άγγελος Τότσικας, που κατασκεύασε γύρω στις 10 πολυκατοικίες.

Τα διαμερίσματα των πολυκατοικιών, που άρχισαν να ανεγείρονται αρχικά στο κέντρο της πόλης, διαφημίζονταν σαν μικρά παλατάκια, «λουξ με όλα τα κομφόρ». Πράγματι προσέφεραν ανέσεις άγνωστες στις ισόγειες και διώροφες κατοικίες του Μεσοπολέμου καθώς διέθεταν λουτρό με επένδυση πλακιδίων, μπανιέρα και «θερμοσίφουνα» που αντικαθιστούν τον παραδοσιακό τρόπο λουσίματος με το σκάφη και το ζεστό νερό στο γκιούμι. Κυρίως όμως είχαν εγκαταστάσεις υγιεινής με άμεση πρόσβαση και όχι σε εξωτερικό χώρο, όπως γινόταν με τις παλαιότερες κατοικίες που είχαν το αποχωρητήριο στο βάθος της αυλής, περισσότερο ή λιγότερο μακριά από την κατοικία. Όσο για τη θέρμανση, ξυλόσομπες και μαγκάλια στοιβάχτηκαν στην αποθήκη – παράρτημα του διαμερίσματος, καθώς υπήρχαν πλέον καλοριφέρ. Η μορφολογία τους χαρακτηριζόταν από τις αυστηρές γραμμές, την απουσία εξάρσεων και τους επιμήκεις εξώστες με τα τυποποιημένα μεταλλικά κάγκελα. Η διαρρύθμιση των διαμερισμάτων χαρακτηριζόταν από το στενό διάδρομο μετά την είσοδο, τη χωριστή από το καθιστικό και σχετικά ευρύχωρη κουζίνα, τα μικρών διαστάσεων υπνοδωμάτια.

Χαρακτηριστικό, επίσης, το χρώμα των προσόψεων, που σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής έπρεπε να είναι διακριτικό και έτσι κυριαρχούσαν το γκρι και το άσπρο. Υπήρχαν βέβαια και οι εξαιρέσεις όπως συνέβη με την πρώτη πολυκατοικία του Κιλκίς στη διασταύρωση Χαλκέων και Λέκκα (οικοδομική άδεια 17/7-5-1958) στην οποία ο πολιτικός μηχανικός Γιαννιτσόπουλος είχε επιλέξει να βάψει κάθε μπαλκόνι με διαφορετικό χρώμα, κάνοντας τους Κιλκισιώτες να σχολιάζουν «επαλαλώθεν ο γαμπρός του Τσουκαλά».

Πώς όμως συνδυάστηκε η μεταμόρφωση του δομημένου περιβάλλοντος στην πόλη μας σε σχέση με το υπάρχον σχέδιο πολεοδομικής οργάνωσης; Πόσο συμβατό με τη νέα κατάσταση ήταν ένα ρυμοτομικό σχέδιο που κατά την εκπόνηση του ήταν αδύνατο να προβλέψει τη μορφή των κτηρίων 40 χρόνια μετά; Υπήρξαν απόπειρες για τον επανασχεδιασμό της πόλης στηριγμένες σε καινοτόμες ιδέες που θα άλλαζαν την εικόνα της πόλης, για την οποία πλείστοι των κατοίκων της εκφράζουν τη δυσαρέσκεια και την απογοήτευση τους. Αυτά όμως μαζί την ανασκόπηση της διαδικασίας της αντιπαροχής στη δεύτερη φάση της στην επόμενη ανάρτηση.

Ανάρτηση στο facebook

Σχολιάστε