My Twitter Feed

24 Μάιος, 2018

ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ:

Οι αρμοδιότητες στη ΝΟΔΕ Κιλκίς -

Τετάρτη, 23 Μάιος, 2018

Νέο ξεκίνημα για τη ΚΡΥΣΤΑΛ -

Τετάρτη, 23 Μάιος, 2018

Ζητούμενο ένας καθαρός Αξιός -

Τετάρτη, 23 Μάιος, 2018

Συνέντευξη για LEADER/CLLD -

Τετάρτη, 23 Μάιος, 2018

ΝΔ: Κατανομή αρμοδιοτήτων -

Τετάρτη, 23 Μάιος, 2018

Επιχειρήσεις και περιβάλλον -

Τρίτη, 22 Μάιος, 2018

Ο ΣΥΡΙΖΑ Κιλκίς για τον Γ. Μπουτάρη -

Τρίτη, 22 Μάιος, 2018

Προβλήματα εκκρεμή για δεκαετίες -

Τρίτη, 22 Μάιος, 2018

Ένα βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη

Του Χρήστου Κεφαλή*


Ένα ενδιαφέρον βιβλίο του ιστορικού Βλάση Αγτζίδη κυκλοφόρησε πρόσφατα, το Δεκέμβρη του 2017, από τις Εκδόσεις Πατάκη. Όπως μαρτυρά και ο τίτλος του –Εμείς και το Ισλάμ: Η συνάντηση του ελληνισμού με τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο– πραγματεύεται τη σχέση, την αντίθεση και την αλληλεπίδραση, του ελληνισμού, και του δυτικού ευρύτερα πολιτισμού, με τον ισλαμικό κόσμο, σε όλη την ιστορική της διαδρομή, από τις πρωταρχές του Ισλάμ στον 7ο αιώνα ως τις μέρες μας. Βέβαια, η ανάλυσή του, με την εξαίρεση του 1ου κεφαλαίου, εστιάζει στην περίοδο από την εμφάνιση του Ισλάμ ως την έλευση των Τούρκων στη Μικρά Ασία.

Η επικαιρότητα του θέματος είναι εμφανής και την τονίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας στο 1ο Κεφάλαιο του βιβλίου του, «Η επιστροφή του Ισλάμ». Επικίνδυνα φαινόμενα της εποχής μας όπως η ανάπτυξη του ισλαμικού φονταμενταλισμού και του τζιχαντισμού, με χαρακτηριστικά παραδείγματα παλιότερα την Αλ Κάιντα και σήμερα τον ISIS, με τις μεθόδους του της ωμής δολοφονικής βίας και των τυφλών κτυπημάτων, δεν μπορεί παρά να προκαλούν μεγάλη ανησυχία στο ευρύ κοινό. Ταυτόχρονα θέτουν επί τάπητος το ερώτημα για το αν ο τζιχαντισμός αποτελεί τη φυσική εξέλιξη του Ισλάμ, ένα αναγκαίο αποτέλεσμα των «βάρβαρων» και «πρωτόγονων» γνωρισμάτων αυτής της θρησκείας, που θα πρέπει να οδηγούν με μαθηματική βεβαιότητα σε τέτοιες στάσεις σε μια εποχή κοινωνικής κρίσης και αναστατώσεων.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι ο Αγτζίδης αντιτίθεται σε μια τέτοια απλοϊκή και προκατειλημμένη ανάγνωση. Σε καμιά περίπτωση δεν δαιμονοποιεί το Ισλάμ, ούτε εμφανίζει τον ισλαμικό φονταμενταλισμό ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμά του και την πηγή όλων των δεινών της εποχής μας, όπως κάνει το κυρίαρχο αντιδραστικό αφήγημα των ημερών, που στηρίζει τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία». Απεναντίας, τονίζει ότι η εμφάνιση του ισλαμικού φονταμενταλισμού δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα εγγενών γνωρισμάτων του Ισλάμ, αλλά επίσης της πολιτικής της Δύσης απέναντι στον ισλαμικό κόσμο, επισημαίνοντας ταυτόχρονα την ύπαρξη ενός αντίστοιχου δυτικού εξτρεμισμού-φανατισμού, που ενσαρκώνεται στις μέρες από τις διάφορες μορφές της συντηρητικής και ιδιαίτερα της ακροδεξιάς και νεοφασιστικής ιδεολογίας:

«Το φαινόμενο της ισλαμικής αναβίωσης», γράφει χαρακτηριστικά, «σχετίζεται άμεσα με το ερώτημα αν η κλιμάκωση ακολούθησε τον φυσικό νόμο ή αν ήρθε ως αποτέλεσμα της αποικιοκρατικής βίας των Δυτικών, της κυνικής αντίληψης περί εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και του Ισραήλ… Η Δύση ουδέποτε στήριξε ουσιαστικά και ειλικρινά τα κινήματα εκκοσμίκευσης του μουσουλμανικού κόσμου. Αντιθέτως, διατηρούσε και διατηρεί άριστες σχέσεις και στηρίζει τα πιο συντηρητικά και αντιδραστικά ουαχαμπιτικά καθεστώτα, όπως αυτό της Σαουδικής Αραβίας… Η Δύση δεν φάνηκε να ενδιαφέρεται να υπάρξει μια ουσιαστική αλλαγή στον αραβικό κόσμο. Αντιθέτως, με την πολιτική της ενίσχυσε την ανάπτυξη του εξτρεμιστικού ακροδεξιού Ισλάμ… Πάντως η πόλωση και οι εξελίξεις δεν προέρχονται μόνο από το εξτρεμιστικό Ισλάμ, αλλά και από τον αντίστοιχα εξτρεμιστικό αντι-ισλαμικό λόγο που εμφανίζεται στη Δύση και θυμίζει τον παλιό αντισημιτισμό. Ενδιαφέρουσα είναι η συζήτηση γύρω από την απαγόρευση της μαντίλας στη Γαλλία, όπου πλάι στην ειλικρινή διάθεση υπεράσπισης της κοσμικότητας, των κατακτήσεων του Διαφωτισμού και της απελευθέρωσης της γυναίκας από τα πατριαρχικά δεσμά, υπάρχει και ο παραδοσιακός συντηρητισμός του Καθολικισμού» (σελ. 43, 52-54).

Αν και ο συγγραφέας δεν ακολουθεί συνολικά τη μαρξιστική μέθοδο ανάλυσης, η οποία παρεμπιπτόντως πολύ λίγο έχει εφαρμοστεί και έχει δώσει λίγα στη μελέτη θρησκειών όπως το Ισλάμ, αφομοιώνει ορισμένα στοιχεία της. Εισάγει το βιβλίο με το γνωστό απόφθεγμα του Μαρξ για το ρόλο της θρησκείας ως «αναστεναγμού των καταπιεσμένων» και «ψυχής των άψυχων κοινωνικών συνθηκών» (σελ. 13). Από αυτή τη ρεαλιστική ιστορική οπτική ερευνά τα ζητήματα της γένεσης και της εξέλιξης του Ισλάμ, και της συνάντησής του με τη Δύση, που δεν ήταν μόνο μια σχέση διαπάλης, πολέμων και έχθρας, αλλά και μια σχέση αμοιβαίας αλληλεπίδρασης.

Το βιβλίο περιλαμβάνει έξι ακόμη κεφάλαια.

Στο 2ο κεφάλαιο ο συγγραφέας συζητά ένα ζήτημα που δεν συνδέεται άμεσα με το Ισλάμ ως τέτοιο, αλλά με την αλληλεπίδρασή του με τον ελληνισμό, το ζήτημα του ιστορικού καθορισμού της «ελληνικής ταυτότητας». Ο Αγτζίδης προσδιορίζει ως αφετηρία διαμόρφωσης της καθαυτό ελληνικής ταυτότητας όχι τόσο γενικά το Βυζάντιο, αλλά την ύστερη περίοδό του, μετά το 1204, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία περιορίζεται σε τμήματα του ελλαδικού και μικρασιατικού χώρου. Είναι μια βάσιμη αντίληψη, η προφανής μαρξιστική αντίρρηση όντας ότι η διαδικασία της διαμόρφωσης των σύγχρονων εθνών, που ξεκινά στη φάση αποσύνθεσης της φεουδαρχίας, χαρακτηριζόταν από μεγάλες ασυνέχειες και ανισότητες. Η εθνική συνείδηση περιλαμβάνει σχετικές, ιστορικά μεταβαλλόμενες όψεις, που τη διαφοροποιούν ουσιαστικά σε διάφορες ιστορικές εποχές. Μια παραγνώριση αυτής της αλήθειας, που φαίνεται σε διάφορα γεγονότα αναφερόμενα στο βιβλίο (π.χ. ο Ρήγας Φεραίος δεν χρησιμοποιεί καθόλου τον όρο «Έλληνες») μπορεί να οδηγήσει στην υποκατάσταση της πραγματικής ιστορικής διαδικασίας με μεταφυσικές υποθέσεις για «αιώνιες» και «απαράλλακτες» εθνικές ταυτότητες.

Στο 3ο, μεγαλύτερο κεφάλαιο συζητούνται η εμφάνιση του Ισλάμ και τα βασικά δόγματα της νέας θρησκείας. Ο Αγτζίδης δίνει έμφαση στο ρόλο του Ισλάμ ως ενός συντελεστή για την αραβική ενοποίηση και συζητά τις σχέσεις του Ισλάμ με τις άλλες, προϋπάρχουσες θρησκείες. Ένα σημαντικό όσο και ενδιαφέρον σημείο της ανάλυσής του είναι ο τονισμός της σύνδεσης και των ομοιοτήτων του Ισλάμ με τις θρησκευτικές αντιλήψεις της Παλαιάς Διαθήκης, αρκετές από τις οποίες παραλαμβάνει το Κοράνι. «Ο Θεός (Γιαχβέ) της Βίβλου», σημειώνει, «έχει πολλά κοινά σημεία με τον Θεό (Αλλάχ) του Κορανίου. Ο εβραϊκός οντολογικός μονισμός του “εκλεκτού λαού” καθορίζει την αντίληψη για τους μουσουλμάνους πιστούς, οι οποίοι κατά τον Μωάμεθ είναι… “ο ευγενέστερος λαός που γεννήθηκε ποτέ στον κόσμο”. Με παρόμοιο τρόπο εντάσσεται στις αδιαπραγμάτευτες αρχές του Ισλάμ η ιερότητα των κειμένων και της γραφής του Κορανίου» (σελ. 142). Αναφορικά με το χριστιανισμό, ο Αγτζίδης δίνει έμφαση στις διαφορές των δυο θρησκειών, που συνοψίζονται στην περί Θεού αντίληψή τους: «Η αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος “κατ’ εικόνα Θεού” είναι αδιανόητη για το Ισλάμ. Ο ανεικονικός Αλλάχ μοιάζει με τον Γιαχβέ της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι άτεγκτος, κυρίαρχος και ο άνθρωπος αποτελεί απλώς ένα δημιούργημα που τοποθετήθηκε στη γη για να δοκιμαστεί και να τον υπηρετεί» (σελ. 195).

Τα επόμενα τέσσερα κεφάλαια αφιερώνονται στην επέκταση του Ισλάμ και την αλληλεπίδρασή του με τον βυζαντινό κόσμο. Στο 4ο κεφάλαιο παρουσιάζονται οι μουσουλμανικές κατακτήσεις από τον 7ο αιώνα και η οργάνωση του αραβικού κόσμου στα χαλιφάτα των Ουμαγιαδών, Αβασιδών, Φατιμιδών, κ.ά. Σε ένα από τα υποκεφάλαια αυτού του μέρους γίνεται αναφορά στον αξιόλογο πολιτισμό που ανέπτυξαν οι Άραβες μουσουλμάνοι από τον 8ο ως το 10ο αιώνα και τονίζονται τα επιτεύγματά του στην τέχνη, τη φιλοσοφία, τις επιστήμες, κ.ά. («Ο μουσουλμανικός πολιτισμός», σελ. 230-243).Στο επόμενο, 5ο κεφάλαιο, συζητείται η συνάντηση του ελληνικού και του αραβικού κόσμου από τον 8ο ως το 14ο αιώνα. Εδώ παρουσιάζονται οι γνώμες των Ελλήνων λογίων της εποχής για το Ισλάμ και συμπληρώνεται η αναφορά στον μουσουλμανικό πολιτισμό με μια αποτίμηση των αξιόλογων μουσουλμάνων σχολιαστών του Αριστοτέλη όπως ο Αβερρόης. Μια έλλειψη σε αυτό το μέρος, ίσως γιατί δεν συνδέεται με το Βυζάντιο αλλά με τη Δύση, είναι η μη αναφορά στον Ιμπν Χαλντούν, τον πιο αξιόλογο μουσουλμάνο ιστορικό του 14ου αιώνα, που θεωρείται ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο Ισλάμ και το κοσμικό δυτικό πνεύμα και τις επιστήμες. Τέλος, στα δυο τελευταία κεφάλαια ο συγγραφέας εξετάζει τη σύγκρουση ανάμεσα στον μουσουλμανικό και το δυτικό επεκτατισμό (σταυροφορίες εναντίον τζιχάντ) και την εμφάνιση των Τούρκων, που αναλαμβάνουν την ηγεσία του ισλαμικού κόσμου από τα μέσα του 11ου αιώνα.

Στον επίλογο του βιβλίου τονίζεται ανάμεσα στα άλλα η δυνατότητα που παρέχει η εγγύτητα του ισλαμικού και του ελληνικού κόσμου στους Έλληνες ερευνητές του Ισλάμ για μια εγγύτερη και πιο κατανοητική στάση απέναντι στο Ισλάμ, σε σύγκριση με τη δυτική ιστοριογραφία, που τονίζει κατά κανόνα τις βαθιές διαφορές Δύσης και Ανατολής.

Καθώς δεν είναι δυνατό να επεκταθούμε στο σύνολο των ζητημάτων που θέτει το βιβλίο, θα σταθούμε καταληκτικά σε ένα ενδιαφέρον ερώτημα που αφορά στην εποχή μας. Είναι το ερώτημα της συμβατότητας της πίστης στο Ισλάμ με μια ριζοσπαστική κοινωνική και πολιτική στάση. Μπορεί ένας μουσουλμάνος, όπως και ένας χριστιανός, να ενστερνίζεται το θρησκευτικό δόγμα του με κάποιο βαθμό συνέπειας, και ταυτόχρονα να συμμετέχει στον αγώνα για την προοδευτική αλλαγή της κοινωνίας;

Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι αυτός ο συνδυασμός, όσο κι αν φαντάζει τελικά παράταιρος από μια μαρξιστική οπτική, είναι κατ’ αρχήν δυνατός. Και στην περίπτωση του Ισλάμ, όπως και στο χριστιανισμό, έχουν υπάρξει ερμηνείες του δόγματος που έτειναν προς την αναγνώριση της ανάγκης για επαναστατική κοινωνική αλλαγή και αντικατάσταση του καπιταλισμού με κάποια μορφή σοσιαλισμού. Μια τέτοια περίπτωση φωτισμένου ερμηνευτή ήταν ο Αλί Σαριατί, διακεκριμένος Ιρανός επαναστάτης, κοινωνιολόγος και θεωρητικός του Ισλάμ, ιδρυτής το 1952 της Ένωσης Ισλαμιστών Σπουδαστών και αργότερα ιδεολογικός προπομπός της ιρανικής επανάστασης. Οι ιδέες του Σαριατί έχουν συγκριθεί συχνά με την καθολική Θεολογία της Απελευθέρωσης και ο Σαριατί φυλακίστηκε γι’ αυτές, στη Γαλλία και το Ιράν (επί σάχη).

Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στη σχετική εμπειρία του χριστιανισμού και του Ισλάμ. Στην περίπτωση του χριστιανισμού, ξεκινώντας από τους πολέμους των χωρικών του Μίντσερ και φτάνοντας ως τη θεολογία της απελευθέρωσης, έχουν υπάρξει πραγματικά ριζοσπαστικά κινήματα, που εμπνεύστηκαν από τη χριστιανική ιδεολογία. Με το Ισλάμ, αντίθετα, είναι δύσκολο να υποδειχτεί κάτι ανάλογο. Οι ιδέες του Σαριατί μπορεί να ήταν ριζοσπαστικές, αλλά στην πράξη επικράτησε το αυταρχικό θεοκρατικό καθεστώς που σφετερίστηκε την ιρανική επανάσταση, και οι ιδέες αυτές έμειναν χωρίς να αφήσουν ισχυρά άλλα ίχνη. Ομάδες όπως οι Μουτζαχεντίν του Λαού του Ιράν, που επικαλούνται τον Σαριατί σήμερα, παρά την αντίθεσή τους στο τωρινό ιρανικό καθεστώς, μετά βίας μπορεί να θεωρηθούν ότι πρεσβεύουν οτιδήποτε επαναστατικό.

Μια ενδιαφέρουσα αντίθεση παρατηρείται επίσης ανάμεσα στους δυο κορυφαίους επαναστάτες του 20ού αιώνα στις ΗΠΑ, τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μάλκολμ Χ. Ο Κινγκ ξεκίνησε από το χριστιανισμό και παρέμεινε σε όλη του τη ζωή ένας Βαπτιστής ιερέας, που εξελίχθηκε προς τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Ο Μάλκολμ Χ, από τη μεριά του, ήταν αρχικά ένας πιστός μουσουλμάνος, μέλος του Έθνους του Ισλάμ. Στην πορεία μετατράπηκε σε έναν πιο ολοκληρωμένο επαναστάτη από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, προσεγγίζοντας το κομμουνιστικό κίνημα και υιοθετώντας μια πιο συνεπή αντιιμπεριαλιστική στάση. Σε αντίθεση με τον Κινγκ, όμως, ο Μάλκολμ Χ ριζοσπαστικοποιήθηκε μόνο αφού αποκήρυξε το Έθνος του Ισλάμ, που οργάνωσε αργότερα και τη δολοφονία του.

Η στενή σύγκριση που φέρνει ο Αγτζίδης ανάμεσα στο Ισλάμ και τον ιουδαϊσμό μπορεί να μας δώσει ένα κλειδί για να καταλάβουμε αυτές τις διαφοροποιήσεις. Τόσο στην περίπτωση του ιουδαϊσμού όσο και του Ισλάμ έχουμε να κάνουμε με «σκληρές» θρησκείες που έρχονται στο προσκήνιο στα αρχικά στάδια ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού –ο ιουδαϊσμός της δουλείας, το Ισλάμ της φεουδαρχίας– και γι’ αυτό η δομή τους διακρίνεται από αυταρχικά στοιχεία που συντείνουν στην εδραίωση αυτής της δομής, έστω και αν αυτό περιλαμβάνει κάποτε μια κίνηση και μερική άνοδο των κατώτερων τάξεων. Ο χριστιανισμός αντίθετα έρχεται στο προσκήνιο στη φάση της αποσύνθεσης ενός παλιού σχηματισμού –ο κλασικός χριστιανισμός της αποσύνθεσης της δουλείας, ο προτεσταντισμός της φεουδαρχίας– και γι’ αυτό η δομή του είναι πιο ανοικτή και ευπροσάρμοστη στις επαναστατικές αλλαγές που συντελούνται σε μια τέτοια εποχή. Αυτή η διαφορά τους γίνεται ιδιαίτερα έκδηλη στην αντίληψη του Θεού – αυταρχικός αφέντης στον ιουδαϊσμό και το Ισλάμ (μια εικόνα που αντανακλά όχι μόνο την άκαμπτη ταξική διαίρεση της κοινωνίας, αλλά και την καταθλιπτική κυριαρχία της φύσης πάνω στον άνθρωπο), θεάνθρωπος που θυσιάζεται για τη σωτηρία των ανθρώπων στο χριστιανισμό. Σε αυτό το πλαίσιο ο ριζοσπαστισμός που έχει συνδεθεί ιστορικά με το χριστιανισμό –αυτό που ο Μαρξ αποκάλεσε «ασεβές βάθος του χριστιανισμού»– υπήρξε πιο διαρκής, ενώ το Ισλάμ στην καλύτερη περίπτωση μπόρεσε να εκφράσει έναν πρωτόγονο ριζοσπαστισμό, που εξατμιζόταν γρήγορα σε επόμενες φάσεις της εξέλιξης.

Βέβαια, σε τελική ανάλυση, ο ρόλος της θρησκείας κατά κανόνα είναι συντηρητικός και οι επαναστατικές αλλαγές εκφράζονται από αθεϊστικά, υλιστικά ρεύματα – χαρακτηριστικά η Γαλλική Επανάσταση από το διαφωτισμό και οι σύγχρονες επαναστάσεις από το μαρξισμό. Αυτό δεν εμποδίζει να διαφέρουν τα περιθώρια που αφήνει κάθε θρησκεία για μια ριζοσπαστική στάση στους οπαδούς της.

Ο Αγτζίδης δεν προχωρά πολύ στην ανάλυση αυτών των κοινωνικών όρων που διαμορφώνουν τους τύπους της θρησκευτικής συνείδησης. Τα στοιχεία που παραθέτει μας επιτρέπουν όμως να τους συλλάβουμε με αρκετή ακρίβεια για την περίπτωση του Ισλάμ και να αντιληφθούμε ιστορικές διαφορές και ιδιαιτερότητες των θρησκειών που συνήθως υποτιμούνται στη μαρξιστική έρευνα.

Συνολικά, η πραγματεία του Βλάση Αγτζίδη, γραμμένη με γλαφυρό και εύληπτο τρόπο, βοηθά τον αναγνώστη να γνωριστεί με κόσμους και πολιτισμούς που απέχουν πολύ από τη δυτική παράδοση, χωρίς να παύουν γι’ αυτό να είναι ιδιαίτερα σημαντικοί. Συνεισφέρει έτσι, ανεξάρτητα από επιμέρους αδυναμίες, στη διαμόρφωση μιας αντικειμενικής, απροκατάληπτης γνώμης για το Ισλάμ, που είναι απαραίτητη στις μέρες μας.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.

Άρθρο στο tvxs.gr

Σχόλια
One Response to “Ένα βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη”
  1. Ο/Η Α.Γ. λέει:

    Εξαιρετικό βιβλίο.

    Δίνει απαντήσεις και καλό θα ήταν κάποτε να το παρουσιάσετε και στο Κιλκίς

Σχολιάστε